
Η κλιματική αλλαγή δεν αποτελεί πλέον μια μακρινή απειλή για τα δάση και τους ελαιώνες της Λέσβου. Οι υψηλότερες θερμοκρασίες, η παράταση της ξηρής περιόδου, η έλλειψη βροχοπτώσεων και η συχνότερη εμφάνιση ακραίων συνθηκών αφήνουν ήδη το αποτύπωμά τους στη βλάστηση του νησιού.
Η Αναστασία Χριστοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τομέα Διαχείρισης Οικοσυστημάτων, μιλώντας στο «Ν», περιγράφει τις μεταβολές που έχουν αρχίσει να καταγράφονται στα δασικά οικοσυστήματα της Λέσβου. Αναφέρεται ιδιαίτερα στις αλλαγές που φαίνονται στα πεύκα που συναντάμε στις χαμηλότερες περιοχές αλλά και σε εκείνα που φύονται ψηλότερα στον Όλυμπο.
Ενώ αλλαγές φαίνονται ήδη και στα φυτά που αναπτύσσονται χαμηλότερα, κάτω από τα μεγάλα δέντρα ενός δάσους, όπως οι θάμνοι, τα μικρά δέντρα και τα ποώδη φυτά. Ενώ σημαντικά φαίνεται να επηρεάζεται και μελλοντικά η παραγωγικότητα των ελαιώνων της Λέσβου με βάση τις προβλέψεις των κλιματικών μοντέλων, αφού η κατανομή των περιοχών που είναι κατάλληλες για ελαιοκαλλιέργειες μπορεί να μετατοπιστεί.
Από τα πευκοδάση στους θαμνώνες
Οι μεγάλες αλλαγές, σύμφωνα με την κ. Χριστοπούλου, στη δομή ενός δάσους εμφανίζονται συνήθως έπειτα από μια μικρή ή μεγαλύτερη διαταραχή. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελούν οι πυρκαγιές, ιδιαίτερα όταν συμπίπτουν με παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας.
«Ανάλογα με τη συχνότητά τους, οι πυρκαγιές μπορούν να επιφέρουν απότομες μεταβολές στη σύνθεση του οικοσυστήματος. Ένα πευκοδάσος μπορεί σταδιακά να δώσει τη θέση του σε έναν θαμνώνα με λιγότερα πεύκα ή ακόμη και σε χαμηλή βλάστηση με φρύγανα, τους χαρακτηριστικούς χαμηλούς θάμνους που συναντώνται σε πολλές περιοχές της Λέσβου».
Η διαδικασία μέσα από την οποία ένα οικοσύστημα αναπτύσσεται ξανά μετά από μια διαταραχή ονομάζεται οικολογική διαδοχή. Θεωρητικά, όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, το δάσος μπορεί να επιστρέψει στην αρχική του κατάσταση. Αυτό, όμως, γίνεται ολοένα δυσκολότερο, σημειώνει η ίδια.
«Οι συνθήκες πλέον δεν είναι κατάλληλες για να ολοκληρωθεί αυτή η πορεία οικολογικής διαδοχής», επισημαίνει η κ. Χριστοπούλου. Έτσι, ένα οικοσύστημα μπορεί να παραμείνει σε ένα ενδιάμεσο στάδιο και στη θέση του παλαιού πευκοδάσους να κυριαρχήσουν τελικά οι θάμνοι.


Μεγαλώνει η ξηροθερμική περίοδος
Οι υψηλές θερμοκρασίες δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο που επηρεάζει τα δάση. Εξίσου σημαντικές είναι οι αλλαγές στην κατανομή των βροχοπτώσεων κατά τη διάρκεια του έτους.
«Τα μεσογειακά είδη είναι προσαρμοσμένα στους σχετικά ήπιους χειμώνες και στα ξηρά καλοκαίρια με ελάχιστες βροχές. Αυτό που τα πιέζει πλέον είναι η μεγαλύτερη διάρκεια της ξηροθερμικής περιόδου, σε συνδυασμό με τις εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες» μας λέει η ίδια.
Σε ορισμένες περιοχές μπορεί να μεσολαβούν από τρεις έως και πέντε μήνες χωρίς καθόλου βροχή, με αποτέλεσμα η παρατεταμένη έλλειψη νερού να επηρεάζει σταδιακά τόσο την υγεία των φυτών όσο και τη σύνθεση της βλάστησης.
Τα πεύκα δείχνουν σημάδια εξάντλησης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα της τραχείας πεύκης, δηλαδή του χαρακτηριστικού πεύκου που κυριαρχεί σε πολλές δασικές εκτάσεις της Λέσβου. Παρότι πρόκειται για είδος προσαρμοσμένο στις ξηρές συνθήκες του μεσογειακού κλίματος, τα τελευταία χρόνια εμφανίζει σημάδια έντονης πίεσης.
Σύμφωνα με την κ. Χριστοπούλου, μέσα από τη δενδροχρονολόγηση, δηλαδή τη μελέτη των ετήσιων δακτυλίων των δέντρων, καταγράφεται μειωμένη ανάπτυξη κατά τη διάρκεια του έτους. Παράλληλα, παρατηρούνται μαζικά περιστατικά ξήρανσης, τα οποία αποδίδονται στον συνδυασμό της λειψυδρίας, των υψηλών θερμοκρασιών και των προσβολών από έντομα ή παθογόνους μικροοργανισμούς.
Όπως εξηγεί η Επίκουρη Καθηγήτρια, όταν τα δέντρα είναι ήδη καταπονημένα από την έλλειψη νερού, γίνονται περισσότερο ευάλωτα σε επιπλέον απειλές. Το φαινόμενο έχει καταγραφεί στη Λέσβο εδώ και περίπου μία δεκαετία, ωστόσο πλέον εμφανίζεται σε πολύ μεγαλύτερη έκταση.

Ξηραίνονται ακόμη και τα ανθεκτικά πουρνάρια
Η πίεση δεν περιορίζεται στα πεύκα. Σημάδια ξήρανσης καταγράφονται και στα χαμηλότερα είδη που συγκροτούν τη χαμηλή βλάστηση του δάσους, τον λεγόμενο υποόροφο και έχουν καθοριστική σημασία για τη λειτουργία ολόκληρου του οικοσυστήματος.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των πουρναριών, μας λέει η κ. Χριστοπούλου. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα ανθεκτικό είδος, το οποίο μπορεί να επιβιώσει ακόμη και κάτω από έντονη πίεση βόσκησης. Παρ’ όλα αυτά, οι πολύ ισχυρές και παρατεταμένες ξηρασίες έχουν οδηγήσει ορισμένα φυτά στα όρια των αντοχών τους.
Ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια, οι μεταβολές αυτές δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι θα περιοριστεί άμεσα η συνολική έκταση των δασών. Είναι πιθανότερο να αλλάξει η σύνθεση και η πυκνότητά τους. Στο μέλλον μπορεί να υπάρχουν πευκοδάση με λιγότερα πεύκα και διαφορετική χαμηλή βλάστηση, χωρίς πουρνάρια, σχίνους ή άλλα είδη που σήμερα θεωρούνται συνηθισμένα.
Οι αλλαγές όμως περνούν από τη χλωρίδα και στην πανίδα
Η αλλαγή στη σύνθεση ενός δάσους δεν αφορά μόνο τα φυτά. Κάθε πευκοδάσος και κάθε δασική έκταση υποστηρίζει μια αντίστοιχη πανίδα. Όταν χάνονται ή περιορίζονται ορισμένα φυτικά είδη, επηρεάζονται οι επικονιαστές, όπως οι μέλισσες ή οι πεταλούδες, τα πουλιά και άλλοι ζωικοί οργανισμοί που εξαρτώνται από αυτά για τροφή και καταφύγιο.
«Το οικοσύστημα πρέπει να το βλέπουμε ως μία ολότητα», σημειώνει η κ. Χριστοπούλου, τονίζοντας ότι η μεταβολή ακόμη και ενός τμήματος της βλάστησης μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις στη συνολική βιοποικιλότητα.

Τα ανοίγματα στο δάσος και οι αντιπυρικές ζώνες
Στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος μελετάται και η επίδραση των αντιπυρικών ζωνών στη δομή της κοινότητας του δάσους, στη χλωρίδα και στην πανίδα. Οι ζώνες αυτές είναι απαραίτητες για να διακόπτεται η συνέχεια της δασικής βλάστησης και να περιορίζεται ο κίνδυνος εξάπλωσης μιας πυρκαγιάς.
Σύμφωνα με την ίδια «τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι τα ανοίγματα μέσα στο δάσος δεν οδηγούν απαραίτητα σε μείωση της βιοποικιλότητας. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί ακόμη και να την ενισχύουν, καθώς επιτρέπουν να συνυπάρχουν φυτά που αγαπούν το φως με είδη που αναπτύσσονται στη σκιά».
Ωστόσο, ο προβληματισμός αφορά τις πολύ ακραίες συνθήκες που μπορεί να ευνοήσουν φυτά και ζώα που εξαπλώνονται γρήγορα, ακόμη και είδη που δεν ανήκουν φυσικά στη Λέσβο, περιορίζοντας έτσι σταδιακά τα ντόπια είδη.
Ξενικά είδη κερδίζουν έδαφος στη Λέσβο
Ξενικά χαρακτηρίζονται τα είδη που δεν ανήκουν φυσικά σε ένα οικοσύστημα, αλλά εισέρχονται σε αυτό με τη μεταφορά τους από τον άνθρωπο ή μέσα από άλλες οδούς εξάπλωσης. Μπορεί να είναι φυτά, ζώα ή άλλοι οργανισμοί μας λέει η κ. Χριστοπούλου.
Τα είδη αυτά εγκαθίστανται συχνά γρήγορα, καθώς στο νέο περιβάλλον δεν έχουν φυσικούς εχθρούς ή θηρευτές. Η κλιματική αλλαγή αναμένεται να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα εξάπλωσής τους.
Στη Λέσβο χαρακτηριστικά παραδείγματα αποτελούν η οξαλίδα, που έχει εξαπλωθεί ευρέως στους ελαιώνες, και οι φραγκοσυκιές. Οι τελευταίες εισήχθησαν ως καλλωπιστικό και καλλιεργούμενο είδος, ωστόσο σήμερα επεκτείνονται σε ιδιαίτερα ξηρές περιοχές.
«Γύρω από το Σίγρι, για παράδειγμα, παρατηρούνται σημεία στα οποία οι φραγκοσυκιές καταλαμβάνουν εκτάσεις όπου παλαιότερα κυριαρχούσαν τα χαρακτηριστικά φρύγανα. Πρόκειται για δομικές αλλαγές στη σύνθεση της βλάστησης, οι οποίες δεν αποτελούν μελλοντικά σενάρια, αλλά καταγράφονται ήδη» μας λέει.
Οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές απειλούν τη φυσική αναγέννηση
Ο κίνδυνος δασικών πυρκαγιών στη Μεσόγειο ήταν πάντοτε υψηλός, αλλά αναμένεται να ενταθεί περαιτέρω τα επόμενα χρόνια. Σύμφωνα με την ίδια η Λέσβος, σε σύγκριση με άλλες περιοχές της χώρας, δεν έχει βιώσει στον ίδιο βαθμό εκτεταμένες και μαζικές καταστροφές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο κίνδυνος είναι μικρός.
«Τα μεσογειακά πευκοδάση και ειδικότερα η τραχεία πεύκη διαθέτουν μηχανισμούς φυσικής αναγέννησης μετά τη φωτιά. Βασική προϋπόθεση είναι οι πυρκαγιές να μην επαναλαμβάνονται στο ίδιο σημείο σε διάστημα μικρότερο των είκοσι έως είκοσι πέντε ετών. Όταν η φωτιά επιστρέφει συχνότερα, τα νέα δέντρα δεν προλαβαίνουν να ωριμάσουν και ο μηχανισμός φυσικής αναγέννησης καταρρέει» τονίζει.
Ακόμη μεγαλύτερη προσοχή απαιτούν τα οικοσυστήματα που είναι λιγότερο προσαρμοσμένα στη φωτιά, όπως τα δάση μαύρης πεύκης που βρίσκονται στα υψηλότερα σημεία του Ολύμπου της Λέσβου.
Σταδιακές επιπτώσεις στους ελαιώνες της Λέσβου
Η κλιματική αλλαγή αναμένεται να επηρεάσει και την παραγωγικότητα των ελαιώνων. Η Λέσβος, σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα μοντέλα, δεν συγκαταλέγεται στις ελληνικές περιοχές που αντιμετωπίζουν τον υψηλότερο άμεσο κίνδυνο. Περισσότερο ευάλωτες εμφανίζονται ξηρότερες ζώνες της χώρας.
Αυτό όμως, σύμφωνα με την κ. Χριστοπούλου, δεν σημαίνει ότι η Λέσβος θα παραμείνει ανεπηρέαστη. Οι μακροπρόθεσμες προβλέψεις έως το 2050 και το 2100 δείχνουν ότι μπορεί να υπάρξει σημαντική μείωση της ικανότητας παραγωγής ελαιολάδου στην Ελλάδα και συνολικά στη Μεσόγειο.
Ορισμένες μελέτες εκτιμούν ότι η ζώνη παραγωγής ποιοτικού ελαιολάδου ενδέχεται να μετατοπιστεί βορειότερα, προς κεντρικότερες χώρες της Ευρώπης. Εφόσον τα σενάρια αυτά επιβεβαιωθούν, σημαντική κάμψη της παραγωγικότητας μπορεί να σημειωθεί και στους ελαιώνες της Λέσβου.

Οι ελαιώνες ως καταφύγια βιοποικιλότητας
Το ζήτημα δεν είναι αποκλειστικά παραγωγικό ή οικονομικό. Οι ελαιώνες αποτελούν πολύτιμα αγροτικά οικοσυστήματα και φιλοξενούν σημαντικό τμήμα της βιοποικιλότητας του νησιού.
Στο εσωτερικό τους αναπτύσσονται πολλά φυτικά είδη, μεταξύ των οποίων και ορχιδέες, ενώ αποτελούν φυσικό καταφύγιο για τις νυχτερίδες, τον περσικό σκίουρο και άλλα είδη πανίδας. Μια μεγάλης κλίμακας μεταβολή στους ελαιώνες θα μπορούσε, επομένως, σύμφωνα με την ίδια, να επηρεάσει όχι μόνο την ποσότητα του παραγόμενου λαδιού, αλλά και τη συνολική οικολογική ισορροπία της Λέσβου.
Αγώνας προσαρμογής απέναντι στον χρόνο
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η φύση μπορεί να προσαρμοστεί με την ίδια ταχύτητα με την οποία αλλάζει το κλίμα. Σύμφωνα με την κ. Χριστοπούλου, υπάρχουν είδη με μεγάλο εύρος αντοχής, τα οποία θεωρείται ότι θα καταφέρουν να επιβιώσουν και να προσαρμοστούν.
Μεγαλύτερη δυσκολία αναμένεται να αντιμετωπίσουν τα είδη που χρειάζονται πολλά χρόνια για να αναπτυχθούν, τα μεγάλα δέντρα και ιδιαίτερα όσα βρίσκονται ήδη σε προχωρημένη ηλικία. «Για τον λόγο αυτό απαιτείται συστηματική παρακολούθηση των οικοσυστημάτων και στοχευμένες παρεμβάσεις που θα ενισχύουν την οικολογική προσαρμοστικότητά τους.
Οι αλλαγές, άλλωστε, δεν βρίσκονται μόνο στις προβλέψεις για το 2050 ή το 2100. Σύμφωνα με την κ. Χριστοπούλου, είναι ήδη ορατές στα πεύκα που αναπτύσσονται πιο αργά, στα πουρνάρια που ξεραίνονται, στα ξενικά είδη που επεκτείνονται και στους ελαιώνες που καλούνται να αντέξουν ένα θερμότερο και ξηρότερο μέλλον.