
Στο τέρμα της Προκυμαίας Μυτιλήνης, εκεί όπου το πεζοδρόμιο συναντά τον δρόμο, η διαδρομή για έναν άνθρωπο που κινείται με αναπηρικό αμαξίδιο σταματά. Δεν υπάρχει ράμπα, ενώ τα σταθμευμένα οχήματα περιορίζουν ακόμη περισσότερο τη δυνατότητα ασφαλούς διέλευσης.
Το πρόβλημα ανέδειξε ο Παναγιώτης Τινέλλης, δείχνοντας στην κάμερα του «Ν» τι ακριβώς αντιμετωπίζει όταν φτάνει στο συγκεκριμένο σημείο. Όπως εξηγεί, η κοντινότερη προβλεπόμενη δίοδος βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση, σχεδόν στη μέση της διαδρομής, ενώ η επόμενη διαμόρφωση του πεζοδρομίου παρουσιάζει τόσο έντονη κλίση ώστε, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν μπορεί να θεωρηθεί λειτουργική ράμπα.
«Δεν μπορεί να υπάρχει μία ράμπα στην αρχή της Προκυμαίας και εδώ, στο τέλος, να μην υπάρχει», επισημαίνει. Όταν ο χώρος είναι γεμάτος από σταθμευμένα αυτοκίνητα, αναγκάζεται να επιστρέψει κινούμενος μέσα στον δρόμο και να πραγματοποιεί ελιγμούς ανάμεσα στα οχήματα, εκτεθειμένος στην κυκλοφορία.
Ο Παναγιώτης Τινέλλης έδειξε στην πράξη πώς αναγκάζεται να κατεβαίνει από το πεζοδρόμιο και, κυρίως, πόσο δύσκολο είναι να ανέβει ξανά. Η προσπάθεια απαιτεί επικίνδυνο χειρισμό του αμαξιδίου, με κίνδυνο ανατροπής ή πρόκλησης ζημιάς.
«Για να ανέβω έτσι, δεν μπορώ, γιατί μπορεί να ανατραπεί το καρότσι. Αναγκάζομαι να ανεβαίνω με άλλον τρόπο. Αυτό είναι επικίνδυνο και για μένα και για το αμαξίδιο», αναφέρει.
Το ζήτημα, όπως υπογραμμίζει, δεν αφορά αποκλειστικά τους ανθρώπους που χρησιμοποιούν αναπηρικό αμαξίδιο. Το ίδιο εμπόδιο μπορεί να συναντήσει ένας γονέας με παιδικό καρότσι, ένας ηλικιωμένος άνθρωπος, κάποια ή κάποιος με προσωρινό τραυματισμό ή οποιοσδήποτε αντιμετωπίζει δυσκολία στη μετακίνηση.
«Όλοι είμαστε πολίτες. Δεν έχει σχέση μόνο με το αναπηρικό καρότσι. Θα μπορούσε να είναι μια μητέρα με καρότσι μωρού ή οποιοσδήποτε άνθρωπος δεν μπορεί να κατέβει από το πεζοδρόμιο», σημειώνει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το πρόβλημα έχει γνωστοποιηθεί επανειλημμένα στην αρμόδια υπηρεσία. Έχει απευθυνθεί προσωπικά στους υπευθύνους, έχει στείλει άλλο άτομο να καταγράψει το σημείο, έχει προσκομίσει φωτογραφίες και έχει εξηγήσει στην πράξη τη δυσκολία.
Όπως καταγγέλλει, τέσσερις φορές έλαβε τη διαβεβαίωση ότι το πρόβλημα θα αποκατασταθεί, χωρίς ωστόσο να πραγματοποιηθεί κάποια παρέμβαση.
«Έδειξαν πρόθυμοι και μου είπαν “θα πάμε να το φτιάξουμε”. Τέσσερις φορές έγινε αυτό και καμία φορά δεν φτιάχτηκε», αναφέρει.
Ο ίδιος ζητά να κατασκευαστεί στο τέλος του πεζοδρομίου μία κατάλληλη ράμπα, με το απαιτούμενο πλάτος και την ασφαλή κλίση που προβλέπουν οι τεχνικές προδιαγραφές. Πρόκειται, όπως λέει, για μια απλή αλλά απαραίτητη παρέμβαση, η οποία θα επέτρεπε την αυτόνομη και ασφαλή κίνηση όλων.
Το «Ν» είχε συναντήσει για πρώτη φορά τον Παναγιώτη Τινέλλη πριν από περίπου δέκα χρόνια, όταν είχε αποφασίσει να εγγραφεί στο Εσπερινό Σχολείο Μυτιλήνης για να επιστρέψει στη σχολική αίθουσα και να αποκτήσει το απολυτήριό του.
Ήταν 15 ετών όταν ένα τροχαίο ατύχημα προκάλεσε σοβαρή τετραπληγία και άλλαξε ριζικά την καθημερινότητά του. Χρόνια αργότερα ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και στη συνέχεια τις σπουδές του στο Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου.
Η επιστροφή του μπροστά στην κάμερα, ωστόσο, δεν καταγράφει μια προσωπική ιστορία «υπέρβασης». Καταγράφει ένα δημόσιο εμπόδιο που παραμένει, παρά τις επανειλημμένες επισημάνσεις. Διότι η προσβασιμότητα δεν εξαρτάται από την επιμονή κάθε πολίτη να διεκδικεί ξανά και ξανά το αυτονόητο. Αποτελεί υποχρέωση του δήμου και βασική προϋπόθεση για μια πόλη στην οποία όλες και όλοι μπορούν να κινούνται αυτόνομα, με ασφάλεια και αξιοπρέπεια.