
Η συζήτηση για την απαγόρευση της πρόσβασης των ανηλίκων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανοίγει ένα πολύ ευρύτερο ζήτημα: ποιος έχει την ευθύνη για τον ψηφιακό εθισμό και, κυρίως, γιατί η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στα παιδιά και όχι στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι ίδιες οι πλατφόρμες.
Την Τρίτη (18/8) ξεκίνησε η μεγάλη δίκη στις ΗΠΑ κατά της Meta, η οποία αν αποδειχτεί νικηφόρα για τις 29 πολιτείες που έκαναν την αγωγή, θα αλλάξει εντελώς το Facebook και το Instagram όπως τα γνώριζε το κοινό.
Η δίκη ξεκίνησε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο της Καλιφόρνιας, με τέσσερις πολιτείες να ζητούν δισεκατομμύρια δολάρια ως αποζημίωση, καθώς και θεμελιώδεις αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο η Meta λειτουργεί τις πλατφόρμες της.
Η Μαντώ Ραχωβίτσα, καθηγήτρια Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Τεχνολογίας στο Πανεπιστήμιο του Nottingham, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό του «Ν», έθεσε σοβαρές επιφυλάξεις απέναντι στην προοπτική μιας οριζόντιας απαγόρευσης των social media για παιδιά κάτω των 15 ετών.
Όπως εξήγησε, το υπό συζήτηση ελληνικό σχέδιο προβλέπει περιορισμό της πρόσβασης ανηλίκων σε Instagram, Facebook, TikTok και Snapchat, με τις πλατφόρμες να καλούνται να επαληθεύουν την ηλικία των χρηστών. Για τη Ραχωβίτσα, ωστόσο, μια τέτοια επιλογή εγείρει ζητήματα τόσο ως προς την ιδιωτικότητα και την προστασία προσωπικών δεδομένων, όσο και ως προς τα δικαιώματα των παιδιών στην ελεύθερη έκφραση και την πρόσβαση στην πληροφορία.
Το πρόβλημα βρίσκεται και στους αλγορίθμους
Το κρίσιμο σημείο της παρέμβασής της αφορά το ίδιο το επιχειρηματικό μοντέλο των ψηφιακών πλατφορμών. Όπως σημείωσε, ο ευρωπαϊκός Digital Services Act (DSA) προβλέπει ήδη υποχρεώσεις για τις πολύ μεγάλες πλατφόρμες και δυνατότητες χρήσης χωρίς εξατομικευμένη κατάταξη περιεχομένου βάσει profiling.
Η καθηγήτρια έθεσε έτσι ένα διαφορετικό ερώτημα: γιατί η πολιτεία επιλέγει να συζητά την απαγόρευση για τους ανηλίκους αντί να επικεντρώνεται στην αυστηρότερη εφαρμογή των υφιστάμενων κανόνων για τις πλατφόρμες;
Οι αλγόριθμοι συστάσεων, εξήγησε, δεν περιορίζονται στο να προβλέπουν τι μπορεί να ενδιαφέρει έναν χρήστη. Αξιοποιούν τα ψηφιακά ίχνη του για να δημιουργήσουν εξατομικευμένα προφίλ και να επιλέξουν περιεχόμενο ικανό να παρατείνει την παραμονή του στην πλατφόρμα. Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τους ανηλίκους, όταν το περιεχόμενο αφορά, για παράδειγμα, την εμφάνιση, την ακμή, το αδυνάτισμα ή την εικόνα του σώματος.
«Τα παιδιά είναι αυτόνομες οντότητες»
Η Ραχωβίτσα επισήμανε παράλληλα ότι η έννοια «ανήλικοι» δεν περιγράφει μια ομοιογενή κατηγορία. Ένα παιδί δέκα ετών και ένας έφηβος 14 ετών έχουν διαφορετικές ανάγκες και δυνατότητες, ενώ τα παιδιά διαθέτουν αυτοτελή ανθρώπινα δικαιώματα.
Δεν αμφισβήτησε, πάντως, τη σοβαρότητα του ψηφιακού εθισμού και τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες. Αντί για μια «λευκή επιταγή» απαγορεύσεων, πρότεινε μια συνολικότερη στρατηγική, η οποία θα συνδυάζει την προστασία της δημόσιας υγείας με τον σεβασμό της ιδιωτικότητας, της ελευθερίας έκφρασης και της πρόσβασης στην πληροφορία.
Στο πλαίσιο αυτό έθεσε και το ζήτημα της γονεϊκής ευθύνης. Η προστασία των παιδιών, υποστήριξε, δεν μπορεί να μετακυλίεται αποκλειστικά στο κράτος, αλλά απαιτεί συμμετοχή της οικογένειας, χωρίς αυτό να απαλλάσσει την πολιτεία και τις πλατφόρμες από τις δικές τους υποχρεώσεις.
Η τεχνητή νοημοσύνη είναι η επόμενη πρόκληση
Η συζήτηση επεκτάθηκε και στην τεχνητή νοημοσύνη, καθώς ένας περιορισμός τεσσάρων social media δεν καλύπτει τα chatbots και τα συστήματα AI στα οποία στρέφονται πλέον παιδιά και έφηβοι για πληροφορίες και απαντήσεις.
Η Ραχωβίτσα εμφανίστηκε επιφυλακτική απέναντι στην άκριτη ενσωμάτωση της τεχνητής νοημοσύνης στην εκπαίδευση. Αναγνώρισε ότι η νέα τεχνολογία μπορεί να δημιουργήσει νέες δεξιότητες και τρόπους σκέψης, προειδοποίησε όμως για την απώλεια άλλων κρίσιμων δεξιοτήτων και για την αξιοπιστία των παραγόμενων πληροφοριών.
Η βασική της προτροπή αφορά τελικά όχι μόνο τους ανηλίκους αλλά όλους τους χρήστες: τα εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης να χρησιμοποιούνται συνειδητά και για συγκεκριμένους σκοπούς, χωρίς να μετατρέπονται σε αυτόματη καθημερινή συνήθεια.
Η συζήτηση για την προστασία των παιδιών, επομένως, δεν τελειώνει στο ερώτημα «απαγόρευση ή όχι». Μετατοπίζεται στο δυσκολότερο ερώτημα: ποιο ψηφιακό περιβάλλον θέλουμε να δημιουργήσουμε και ποιες ευθύνες είμαστε διατεθειμένοι να επιβάλουμε σε όσους το σχεδιάζουν και κερδοφορούν από αυτό.