
Απότομη άνοδο παρουσιάζουν οι τιμές των καυσίμων στα νησιά του Βορείου Αιγαίου, με το πετρέλαιο κίνησης να καταγράφει τη μεγαλύτερη αύξηση και να επιβαρύνει σημαντικά οδηγούς, επαγγελματίες, μεταφορές και αγροτικές δραστηριότητες.
Η επεξεργασία των επίσημων τιμοληψιών των αρμόδιων υπηρεσιών της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου αποτυπώνει μια συνεχή ανοδική πορεία στη Λέσβο κατά τις τελευταίες τρεις εβδομάδες. Αντίστοιχη εικόνα εμφανίζει η Λήμνος μέσα σε διάστημα μόλις επτά ημερών, ενώ στη Χίο οι τελευταίες διαθέσιμες μέσες τιμές παραμένουν χαμηλότερες σε σχέση με τα άλλα δύο νησιά.
Στη Λέσβο το πετρέλαιο αυξήθηκε κατά 17,5 λεπτά
Ιδιαίτερα έντονη είναι η ανατίμηση στη Λέσβο, όπως προκύπτει από τις τρεις διαδοχικές τιμοληψίες του Τμήματος Εμπορίου στις 20 και 27 Ιουλίου και στις 3 Αυγούστου.
Η μέση τιμή της απλής αμόλυβδης των 95 οκτανίων διαμορφωνόταν στις 20 Ιουλίου στα 2,030 ευρώ το λίτρο. Μία εβδομάδα αργότερα ανέβηκε στα 2,050 ευρώ και στις 3 Αυγούστου έφτασε στα 2,076 ευρώ.
Μέσα σε δύο εβδομάδες η αμόλυβδη αυξήθηκε κατά 4,6 λεπτά το λίτρο ή κατά 2,27%. Ένα γέμισμα 50 λίτρων, που στις 20 Ιουλίου κόστιζε κατά μέσο όρο 101,50 ευρώ, στις 3 Αυγούστου έφτασε στα 103,80 ευρώ. Η πρόσθετη επιβάρυνση για τον οδηγό είναι 2,30 ευρώ ανά γέμισμα.
Πολύ μεγαλύτερη είναι η αύξηση στο πετρέλαιο κίνησης. Στις 20 Ιουλίου η μέση τιμή του στη Λέσβο ήταν 1,890 ευρώ το λίτρο. Στις 27 Ιουλίου ξεπέρασε το όριο των δύο ευρώ και διαμορφώθηκε στα 2,003 ευρώ, ενώ στις 3 Αυγούστου ανέβηκε περαιτέρω στα 2,065 ευρώ.
Η συνολική αύξηση μέσα σε δύο εβδομάδες φτάνει τα 17,5 λεπτά το λίτρο ή το 9,26%. Πρόκειται για τετραπλάσια σχεδόν ανατίμηση σε απόλυτη τιμή σε σχέση με την απλή αμόλυβδη.
Για ένα όχημα που γεμίζει 50 λίτρα πετρελαίου, το μέσο κόστος αυξήθηκε από 94,50 ευρώ στις 20 Ιουλίου στα 103,25 ευρώ στις 3 Αυγούστου. Η διαφορά φτάνει τα 8,75 ευρώ σε κάθε γέμισμα. Για ένα επαγγελματικό ή αγροτικό όχημα με ρεζερβουάρ 60 λίτρων, η πρόσθετη δαπάνη ανέρχεται στα 10,50 ευρώ.
Οι μεταβολές αυτές δεν αφορούν μόνο μεμονωμένα ακριβά πρατήρια. Η διάμεση τιμή του πετρελαίου κίνησης στη Λέσβο αυξήθηκε από περίπου 1,882 ευρώ στις 20 Ιουλίου στα 2,058 ευρώ στις 3 Αυγούστου, στοιχείο που δείχνει ότι η άνοδος απλώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της αγοράς.
Μεγάλες είναι και οι διαφορές μεταξύ των πρατηρίων. Στην τιμοληψία της 3ης Αυγούστου η απλή αμόλυβδη καταγράφεται από 1,989 έως 2,369 ευρώ το λίτρο. Η ψαλίδα φτάνει τα 38 λεπτά, γεγονός που μπορεί να δημιουργήσει διαφορά έως και 19 ευρώ σε ένα γέμισμα 50 λίτρων.
Στο πετρέλαιο κίνησης η επίσημη τιμοληψία εμφανίζει τιμές από 1,702 έως 2,259 ευρώ. Ωστόσο, η εξαιρετικά χαμηλή καταχώριση των 1,702 ευρώ εμφανίζεται αμετάβλητη και στις τρεις εβδομαδιαίες μετρήσεις και βρίσκεται πολύ χαμηλότερα από το σύνολο της αγοράς. Η αμέσως επόμενη χαμηλότερη τιμή στις 3 Αυγούστου κινείται κοντά στα 1,96 ευρώ.
Ακόμη ακριβότερη η Λήμνος
Αυξημένες τιμές καταγράφονται και στη Λήμνο, όπου υπάρχουν διαθέσιμες τιμοληψίες για τις 27 Ιουλίου και τις 3 Αυγούστου.
Η μέση τιμή της απλής αμόλυβδης αυξήθηκε μέσα σε μία εβδομάδα από 2,117 σε 2,140 ευρώ το λίτρο. Η άνοδος είναι 2,3 λεπτά ή 1,09%. Ένα γέμισμα 50 λίτρων κοστίζει πλέον κατά μέσο όρο 107 ευρώ, έναντι 105,85 ευρώ μία εβδομάδα νωρίτερα.
Σημαντικά μεγαλύτερη είναι και στη Λήμνο η αύξηση του πετρελαίου κίνησης. Η μέση τιμή του ανέβηκε από 2,030 ευρώ στις 27 Ιουλίου στα 2,117 ευρώ στις 3 Αυγούστου. Σε μόλις επτά ημέρες καταγράφεται αύξηση 8,7 λεπτών το λίτρο ή 4,29%.
Το κόστος για 50 λίτρα πετρελαίου κίνησης αυξήθηκε από 101,50 σε 105,85 ευρώ, δηλαδή κατά 4,35 ευρώ μέσα σε μία εβδομάδα.
Στις 3 Αυγούστου η αμόλυβδη στη Λήμνο πωλούνταν από 2,090 έως 2,170 ευρώ το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο κίνησης από 2,050 έως 2,180 ευρώ. Η μικρότερη ψαλίδα σε σύγκριση με τη Λέσβο συνδέεται και με τον μικρότερο αριθμό πρατηρίων που περιλαμβάνονται στην τιμοληψία.
Κάτω από τα δύο ευρώ η μέση τιμή στη Χίο
Για τη Χίο υπάρχει μία διαθέσιμη πιστοποίηση τιμών, η οποία αφορά την περίοδο από τις 24 έως τις 31 Ιουλίου. Επομένως, δεν μπορεί να υπολογιστεί η μεταβολή των τιμών μέσα στις τελευταίες εβδομάδες, μπορεί όμως να γίνει σύγκριση με τις τελευταίες διαθέσιμες τιμές Λέσβου και Λήμνου.
Η μέση τιμή της απλής αμόλυβδης στη Χίο διαμορφωνόταν στα 1,995 ευρώ το λίτρο, με την κατώτερη τιμή στα 1,932 ευρώ και την ανώτερη στα 2,120 ευρώ.
Το πετρέλαιο κίνησης είχε μέση τιμή 1,994 ευρώ το λίτρο, με εύρος από 1,898 έως 2,085 ευρώ. Η μέση τιμή παρέμενε οριακά χαμηλότερη από τα δύο ευρώ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπήρχαν πρατήρια στα οποία το καύσιμο πωλούνταν ακριβότερα.
Ένα γέμισμα 50 λίτρων αμόλυβδης στη Χίο κόστιζε κατά μέσο όρο 99,75 ευρώ, ενώ το αντίστοιχο γέμισμα πετρελαίου κίνησης 99,70 ευρώ.
Η σύγκριση των τριών νησιών
Με βάση τις τελευταίες διαθέσιμες τιμοληψίες, η Λήμνος εμφανίζει τις υψηλότερες μέσες τιμές τόσο στην αμόλυβδη όσο και στο πετρέλαιο κίνησης. Ακολουθεί η Λέσβος, ενώ χαμηλότερα βρίσκεται η Χίος.
| Νησί | Απλή αμόλυβδη | Πετρέλαιο κίνησης | Κόστος 50 λίτρων αμόλυβδης | Κόστος 50 λίτρων πετρελαίου |
|---|---|---|---|---|
| Λήμνος – 3 Αυγούστου | 2,140 € | 2,117 € | 107,00 € | 105,85 € |
| Λέσβος – 3 Αυγούστου | 2,076 € | 2,065 € | 103,80 € | 103,25 € |
| Χίος – 24 έως 31 Ιουλίου | 1,995 € | 1,994 € | 99,75 € | 99,70 € |
Η μέση τιμή της αμόλυβδης στη Λήμνο είναι κατά 6,4 λεπτά υψηλότερη από τη Λέσβο και κατά 14,5 λεπτά υψηλότερη από τη Χίο. Για 50 λίτρα καυσίμου, η διαφορά Λήμνου και Χίου φτάνει τα 7,25 ευρώ.
Στο πετρέλαιο κίνησης η Λήμνος είναι κατά 5,2 λεπτά ακριβότερη από τη Λέσβο και κατά 12,3 λεπτά ακριβότερη από τη Χίο. Σε ένα γέμισμα 50 λίτρων, η διαφορά μεταξύ Λήμνου και Χίου ανέρχεται στα 6,15 ευρώ.
Η σύγκριση με τη Χίο πρέπει να γίνεται με μια χρονική επιφύλαξη, καθώς η τιμοληψία της ολοκληρώνεται στις 31 Ιουλίου, ενώ τα στοιχεία Λέσβου και Λήμνου αφορούν την 3η Αυγούστου. Παρ’ όλα αυτά, η διαφορά είναι αρκετά μεγάλη και αποτυπώνει την επιβάρυνση που αντιμετωπίζουν κυρίως οι καταναλωτές της Λήμνου.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι η ταχύτητα με την οποία αυξάνεται το πετρέλαιο κίνησης. Η εξέλιξη αυτή δεν περιορίζεται στο κόστος μετακίνησης των νοικοκυριών. Μεταφέρεται στις εμπορευματικές μεταφορές, στις διανομές, στα επαγγελματικά οχήματα και στην αγροτική παραγωγή, δημιουργώντας τον κίνδυνο νέων επιβαρύνσεων στην τοπική οικονομία και στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.