
Την απόσυρση των αντιδραστικών διατάξεων του νομοσχεδίου του υπουργείου Δικαιοσύνης απαίτησε η βουλευτής του ΚΚΕ Μαρία Κομνηνάκα, μιλώντας στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής όπου συνεχίζεται η συζήτηση του σχεδίου νόμου.
Μεταξύ άλλων αναφέρθηκε στο απαράδεκτο άρθρο, το οποίο μάλιστα δεν είχε συμπεριληφθεί στη δημόσια διαβούλευση, που επιμηκύνει τη διάρκεια της θητείας των διοικήσεων των δικαστηρίων από δύο σε τρία έτη. Πρόκειται για αρνητική διάταξη στην οποία έχουν τοποθετηθεί αρνητικά και οι δικαστικές ενώσεις, καθώς «πλήττει το αυτοδιοίκητο των δικαστηρίων και αποσκοπεί στη βαθύτερη χειραγώγηση των διοικήσεων από την κυβέρνηση, για την εφαρμογή της κυρίαρχης πολιτικής στον χώρο της Δικαιοσύνης», όπως σημείωσε.
Αρνητική είναι και η διάταξη που περιορίζει τη δυνατότητα διορισμού απολυθέντων δικαστών ως υπαλλήλων μόνο στα δικαστήρια, αντί για το σύνολο του δημόσιου τομέα, περιορίζοντας πρακτικά τη δυνατότητα απορρόφησης των απολυθέντων δικαστών, πρόσθεσε.
Σχολίασε, επίσης, τη μετάθεση της εφαρμογής του «Νέου Δικαστικού Χάρτη» σε μια σειρά περιοχές, υπογραμμίζοντας πως αποτελεί «ομολογία των δυσκολιών που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση στην εφαρμογή του αντιδραστικού Νέου Δικαστικού Χάρτη, ιδιαίτερα στην Αττική, που ταλαιπωρεί τους εργαζόμενους στον χώρο της Δικαιοσύνης, τους δικηγόρους και βεβαίως τους πολίτες που έχουν υποθέσεις στα δικαστήρια. Και τα προβλήματα αυτά θα οξυνθούν ακόμα περισσότερο αν και όποτε η κυβέρνηση επιχειρήσει τελικά την πλήρη εφαρμογή του Δικαστικού Χάρτη, χωρίς το αναγκαίο προσωπικό, χωρίς την κατάλληλη κτιριακή και υλικοτεχνική υποδομή».
Αναφερόμενη στο άρθρο που περιορίζει το δικαίωμα αναίρεσης στον Άρειο Πάγο εάν το επιδικασθέν ποσό δεν φτάνει τις 20.000 ευρώ, υπογράμμισε πως συρρικνώνει το δικαίωμα του λαού να έχει πρόσβαση στη Δικαιοσύνη. Απαράδεκτο είναι και το άρθρο που αφορά τον επαναπροσδιορισμό των ανακοπών στην αναγκαστική εκτέλεση, καθώς έρχεται να προστεθεί στο σκανδαλώδες πλαίσιο στήριξης των τραπεζών και των funds, «συμβάλλοντας ουσιαστικά στην αρπαγή της πρώτης κατοικίας των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων», όπως είπε.
Στηλίτευσε ακόμα τα άρθρα που ενισχύουν περαιτέρω το αντιδραστικό πλαίσιο συνεργασίας των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω διαβίβασης και επεξεργασίας πληροφοριών της Europol και της Eurojust για «διασυνοριακά εγκλήματα τρομοκρατίας» όπως χαρακτηρίζονται, «με πραγματική όμως στόχευση τη θωράκιση του καπιταλιστικού συστήματος από τον εχθρό-λαό, τη συκοφάντηση και την καταστολή του κινήματος».
Επιπλέον, κατήγγειλε την παρέμβαση που κάνει η κυβέρνηση στον κώδικα των δημοσιογράφων και στους Συμβολαιογραφικούς Συλλόγους, τονίζοντας πως πρέπει να σταματήσει τις απαράδεκτες παρεμβάσεις στα εσωτερικά των διαφόρων σωματείων, όπως έκανε στον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο.