
Η γερμανική κατοχή της Λέσβου δεν σήμανε μόνο στρατιωτική υποδούλωση. Σήμανε και τη συστηματική λεηλασία της οικονομίας του νησιού, με κύριο στόχο το πολυτιμότερο προϊόν του: το ελαιόλαδο. Στην καρδιά αυτού του μηχανισμού βρέθηκε η γερμανική ανώνυμη εταιρεία «Έλαιον», που ιδρύθηκε το καλοκαίρι του 1942 με αποκλειστικό σκοπό να συγκεντρώνει το λάδι των παραγωγών και να το διοχετεύει στον γερμανικό στρατό και στη ναζιστική Γερμανία.
Η ιστορία της εταιρείας παρουσιάστηκε μέσα από τεκμήρια, επίσημες εκθέσεις και ιστορικά αρχεία από τον συγγραφέα και ερευνητή Γιώργο Γαλέτσα, ο οποίος μίλησε στην εκπομπή «Μιλάμε Οικονομικά» του 99 fm Στο Νησί. Όπως εξήγησε, η «Έλαιον» δεν αποτέλεσε μια απλή εμπορική επιχείρηση, αλλά έναν οργανωμένο μηχανισμό οικονομικής αφαίμαξης της Λέσβου, οι συνέπειες του οποίου συνδέθηκαν άμεσα με τη μεγάλη πείνα των χρόνων της Κατοχής και πολλούς θανάτους Λέσβιων από ασιτία.
Οι γερμανικές δυνάμεις κατέλαβαν τη Λέσβο στις 5 Μαΐου 1941. Από τις πρώτες κιόλας ημέρες προχώρησαν στην κατάσχεση μεγάλων ποσοτήτων ελαιολάδου, σαπουνιού και άλλων προϊόντων που βρίσκονταν αποθηκευμένα στο παλιό τελωνείο της Μυτιλήνης (στην σημερινή πλατεία Σαπφούς) και προορίζονταν για τον ελληνικό στρατό. Τα βαρέλια φορτώθηκαν σε πλοία και στάλθηκαν προς εξυπηρέτηση των αναγκών των κατοχικών στρατευμάτων.
Όμως αυτή ήταν μόνο η αρχή.
Το καλοκαίρι του 1941 οι κατοχικές αρχές δημιούργησαν ένα εκτεταμένο δίκτυο συνεργασίας με εμπόρους ελαιολάδου και μαυραγορίτες, επιδιώκοντας να αποκτήσουν τον πλήρη έλεγχο της λεσβιακής παραγωγής. Παράλληλα, με διάταγμα της κυβέρνησης Τσολάκογλου απαγορεύθηκε αποκλειστικά στη Λέσβο η ελεύθερη διακίνηση και εξαγωγή ελαιολάδου, στερώντας από τους παραγωγούς τη δυνατότητα να διαθέσουν το βασικότερο προϊόν τους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήθηκε, το καλοκαίρι του 1942, η ανώνυμη εταιρεία «Έλαιον», με έδρα τη Μυτιλήνη και συγκεκριμένα τα γραφεία της Ένωσης Ελαιοεμπόρων.
Το διοικητικό της συμβούλιο αποτελούνταν αποκλειστικά από Γερμανούς υπηκόους, ενώ αποστολή της ήταν να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της λεσβιακής παραγωγής και να εξασφαλίζει τον ανεφοδιασμό τόσο των γερμανικών στρατευμάτων όσο και της ίδιας της Γερμανίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο Γιώργος Γαλέτσας, η εταιρεία δεσμεύε το 75% της παραγωγής κάθε ελαιοπαραγωγού. Ο παραγωγός δεν είχε δικαίωμα επιλογής. Υποχρεωνόταν να παραδώσει το μεγαλύτερο μέρος του λαδιού του και σε αντάλλαγμα λάμβανε περιορισμένες ποσότητες σιταριού, οσπρίων και ζάχαρης, αξίας υποπολλαπλάσιας από την πραγματική αξία του ελαιολάδου που παρέδιδε. Μάλιστα η πληρωμή του παραγωγού γίνονταν με μεγάλη χρονική καθυστέρηση.
Για να λειτουργήσει αποτελεσματικά ο μηχανισμός, η «Έλαιον» δημιούργησε δώδεκα κέντρα συγκέντρωσης λαδιού στις βασικές ελαιοπαραγωγικές περιοχές του νησιού.
Σε κάθε περιοχή είχε οριστεί έναν υπεύθυνο, συνήθως έμπορος ή ελαιοτριβέας, ο οποίος παρακολουθούσε τις ποσότητες που παρήγαν οι αγρότες και επέβλεπε την υποχρεωτική παράδοση του λαδιού. Τα ελαιοτριβεία υποχρεώνονταν να αποστέλλουν αναλυτικές καταστάσεις με τα ονόματα των παραγωγών και τις ποσότητες που είχαν αλεστεί, επιτρέποντας έτσι στις κατοχικές αρχές να γνωρίζουν με ακρίβεια τι είχε παραχθεί και τι έπρεπε να κατασχεθεί.
Σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες, αρκετά ελαιοτριβεία εμφάνιζαν μικρότερες αποδόσεις από τις πραγματικές, για να βοηθήσουν τους παραγωγούς. Π.χ. ένας παραγωγός άλεθε 500 οκάδες ελιές που έδιναν 130 οκάδες λάδι. Στην καταγραφή ο ελαιοτριβέας δήλωνε πως παράχθηκαν 100 οκάδες ελιές. Έτσι ο παραγωγός μπορούσε να πάρει στο σπίτι του τις 30 οκάδες που δεν καταγράφηκαν και τις 25 που του επέτρεπαν οι Γερμανοί. Δηλαδή από μία συνολική ποσότητα 130 οκάδων ο παραγωγός καρπώνονταν τις 55 οκάδες κα ότι του έδιναν οι Γέρμανοι.
Οι Γερμανοί για κάθε 100 οκάδες λάδι που έπαιρναν μετά από αρκετό καιρό παρέδιδαν στον παραγωγό 60 οκάδες σιτάρι, 30 οκάδες όσπρια και 10 οκάδες ζάχαρη.
Ποιοι συγκέντρωναν το λάδι για την Έλαιον Α.Ε.
Για να διασφαλίσει ότι καμία ποσότητα ελαιολάδου δεν θα έμενε εκτός του ελέγχου της, η «Έλαιον Α.Ε.» δημιούργησε ένα οργανωμένο δίκτυο κέντρων συγκέντρωσης σε όλες τις βασικές ελαιοπαραγωγικές περιοχές της Λέσβου και σε κάθε ένα όρισαν ως υπεύθυνο έναν έμπορο ή ελαιοτριβεία. Στη Μυτιλήνη υπεύθυνος ήταν ο Ευστράτιος Βογιατζόγλου, στο Πλωμάρι ο Ιωάννης Κακνής, στο Πέραμα ο Παναγιώτης Σκαρλάτος, στο Ντίπι υπεύθυνος είναι ο Σύλλογος Εμπόρων Ελαιολάδου, όπου στεγάζονταν και τα γραφεία της εταιρείας, στον Πολιχνίτο ο Δημήτριος Δαγκλής, στην Καλλονή ο Φαφουτέλης, στην Αγία Παρασκευή ο Ευρυπίδης Πλάτων, στη Σκαμνιά οι Υιοί Αχιλλέας Καλλιγέρη, στον Μόλυβο ο Θ. Τρύφων, στην Άντισσα ο Χατζηγεωργίου Καμβυσέλης, στα Παράκοιλα ο Σάββας Καμπεζάς και στην Πέτρα ο Βύρων Σέρεσλης. Οι υπεύθυνοι αυτοί συγκέντρωναν το ελαιόλαδο που παραγόταν σε κάθε περιοχή, παρακολουθούσαν τις δηλώσεις των ελαιοτριβείων και φρόντιζαν για την υποχρεωτική παράδοσή του στην εταιρεία, αποτελώντας κρίσιμο κρίκο του κατοχικού μηχανισμού συγκέντρωσης και διακίνησης του λεσβιακού ελαιολάδου.
Η λειτουργία της «Έλαιον» συνέπεσε με τη δραματικότερη περίοδο της Κατοχής.
Η απαγόρευση της ελεύθερης εμπορίας, η κατάσχεση των αποθεμάτων και η δράση της μαύρης αγοράς οδήγησαν σε εκτεταμένη εξαθλίωση. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που παρουσίασε ο Γιώργος Γαλέτσας, χιλιάδες οικογένειες βρέθηκαν χωρίς τα στοιχειώδη μέσα διαβίωσης, ενώ μόνο την περίοδο 1941-1942 υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 1.500 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από τον λιμό στη Λέσβο.
Εκθέσεις του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού περιγράφουν μια κοινωνία βυθισμένη στην ανέχεια, με παιδιά να υποσιτίζονται, ανεργία, έλλειψη τροφίμων και ολόκληρο τον άμαχο πληθυσμό να εξαρτάται από τη μαύρη αγορά για να επιβιώσει.
Παρά τους αυστηρούς ελέγχους, αρκετοί παραγωγοί επιχείρησαν να διασώσουν μέρος της παραγωγής τους.
Άλλοι έκρυβαν το λάδι σε σπίτια συγγενών ή φίλων, άλλοι καθυστερούσαν την έκθλιψη του καρπού ή αποθήκευαν τις ελιές μέχρι να μειωθούν οι έλεγχοι. Ωστόσο, οι κατοχικές αρχές πραγματοποιούσαν συνεχείς εφόδους, ενώ όσοι εντοπίζονταν να αποκρύπτουν ποσότητες κινδύνευαν με κατάσχεση, φυλάκιση ή καταναγκαστική εργασία.
Σε μία τουλάχιστον περίπτωση μεγαλοκτηματίας στην περιοχή του Πλωμαρίου αγόρασε αλάτι και πάστωσε της ελιές του. Μετά το τέλος της ελαιοπαραγωγικής περιόδου, όταν έκλεισαν τα ελαιοτριβεία – δηλαδή το κατακαλόκαιριο – έβγαλε τις ελιές από το αλάτι και τις άλεσε. Έτσι πήρε όλο το λάδι που είχαν και το εμπορεύτηκε.
Μετά την Απελευθέρωση, οι οικονομικοί έφοροι Θεσσαλονίκης και Μυτιλήνης συνέταξαν εκθέσεις για τη δράση της εταιρείας, οι οποίες χρησιμοποιήθηκαν στο πλαίσιο των ελληνικών διεκδικήσεων για τις γερμανικές αποζημιώσεις.
Σύμφωνα με τα στοιχεία των εκθέσεων, η «Έλαιον» φόρτωσε και εξήγαγε από τη Λέσβο περίπου 15.000 τόνους ελαιολάδου μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια δράσης. Τα καθαρά κέρδη της εταιρείας υπολογίστηκαν σε περίπου 360.000 χρυσές αγγλικές λίρες, ποσό τεράστιο για τα δεδομένα της εποχής. Οι ζημιές αυτές εντάχθηκαν στις ελληνικές απαιτήσεις για τις γερμανικές πολεμικές αποζημιώσεις, χωρίς όμως να υπάρξει μέχρι σήμερα ουσιαστική αποκατάσταση.
Ο Γιώργος Γαλέτσας επισημαίνει ότι η ιστορία της «Έλαιον» παραμένει ελάχιστα γνωστή, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες περιπτώσεις οικονομικής λεηλασίας της ελληνικής περιφέρειας κατά τη διάρκεια της Κατοχής.
Όπως υπογραμμίζει, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους εξακολουθεί να υπάρχει πλούσιο αρχειακό υλικό που μπορεί να φωτίσει ακόμη περισσότερο τη δράση της εταιρείας και τον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε η αφαίμαξη της λεσβιακής οικονομίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει πως την ίδια περίοδο που χιλιάδες κάτοικοι της Λέσβου πέθαναν ή κινδύνευσαν να πεθάνουν από την πείνα. Στο νησί υπήρχε πολύ μεγάλη χλιδή για όσους συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς στο εμπόριο του λαδιού και άλλων προϊόντων.