
Πριν από 15 χρόνια η Ελλάδα αριθμούσε σχεδόν ένα εκατομμύριο εργαζόμενους στη Γενική Κυβέρνηση. Σήμερα, παρά τις προσλήψεις που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια, το Δημόσιο εξακολουθεί να λειτουργεί με σημαντικά κενά προσωπικού, ενώ η κάλυψη των αναγκών βασίζεται ολοένα και περισσότερο σε εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και άλλες ευέλικτες μορφές απασχόλησης.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της νέας έκθεσης του Πανελληνίου Συλλόγου Υπαλλήλων ΟΑΕΔ – τ. ΟΕΕ – τ. ΟΕΚ (ΠΑΝΣΥΠΟ), η οποία αποτυπώνει την εξέλιξη της στελέχωσης του δημόσιου τομέα την τελευταία δεκαπενταετία και αναδεικνύει τις δυσκολίες ανανέωσης του ανθρώπινου δυναμικού.
Πάνω από 268.000 λιγότεροι εργαζόμενοι
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, ο αριθμός των εργαζομένων στη Γενική Κυβέρνηση μειώθηκε από 964.508 το 2009 σε 695.751 το 2018, δηλαδή κατά 268.757 άτομα.
Αντίστοιχα, το τακτικό προσωπικό περιορίστηκε από 692.907 σε 566.511 εργαζόμενους, καταγράφοντας απώλεια 126.396 μόνιμων υπαλλήλων.
Παρότι μετά το 2019 παρατηρείται αύξηση του συνολικού αριθμού των εργαζομένων, η έκθεση επισημαίνει ότι αυτή δεν οφείλεται στην ενίσχυση του μόνιμου προσωπικού αλλά κυρίως στη διεύρυνση των ευέλικτων μορφών εργασίας.
Οι προσλήψεις αργούν έως και τρία χρόνια
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις χρονοβόρες διαδικασίες πρόσληψης στο Δημόσιο.
Όπως σημειώνεται, από τη στιγμή που εγκρίνεται ο ετήσιος προγραμματισμός προσλήψεων μέχρι να αναλάβει υπηρεσία ένας νέος υπάλληλος μεσολαβούν συνήθως δύο έως τρία χρόνια.
Στο διάστημα αυτό οι υπηρεσίες εξακολουθούν να λειτουργούν με κενές οργανικές θέσεις, ενώ η διαδικασία περιλαμβάνει διαδοχικά στάδια, όπως η έκδοση προκήρυξης, η υποβολή αιτήσεων, οι διαγωνισμοί, οι ενστάσεις, οι οριστικοί πίνακες και ο διορισμός.
Η ΠΑΝΣΥΠΟ υποστηρίζει ότι απαιτείται ένα νέο σύστημα προγραμματισμού, το οποίο θα προβλέπει εγκαίρως τις αποχωρήσεις προσωπικού και θα επιταχύνει τις διαδικασίες αντικατάστασής του.
Ο κανόνας 1:1 δεν αρκεί
Η έκθεση ασκεί κριτική και στον κανόνα της μίας πρόσληψης για κάθε μία αποχώρηση.
Όπως επισημαίνεται, η αναλογία αυτή εφαρμόζεται σε συνολικό επίπεδο για όλη τη Γενική Κυβέρνηση, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές ανάγκες κάθε υπηρεσίας.
Έτσι, μια αποχώρηση από μια υποστελεχωμένη περιφερειακή υπηρεσία μπορεί να αντισταθμίζεται αριθμητικά από πρόσληψη σε διαφορετικό φορέα ή ακόμη και χρόνια αργότερα, χωρίς να αντιμετωπίζεται το λειτουργικό πρόβλημα που δημιουργείται.
Περισσότεροι συμβασιούχοι, λιγότεροι μόνιμοι
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη μεταβολή της σύνθεσης του προσωπικού.
Το μη τακτικό προσωπικό αυξήθηκε από 100.603 εργαζόμενους το 2019 σε 153.220 το 2026, γεγονός που, σύμφωνα με την έκθεση, δείχνει ότι η αριθμητική ενίσχυση του Δημοσίου βασίζεται κυρίως σε συμβασιούχους.
Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι η δημόσια διοίκηση «σταθεροποιείται αριθμητικά, αλλά με διαφορετικό μείγμα: λιγότεροι μόνιμοι, περισσότεροι με σύμβαση».
Ανισότητες ανά υπουργείο και φορέα
Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά ανά φορέα.
Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση σχεδόν οι μισοί εργαζόμενοι είναι μη τακτικό προσωπικό, ενώ στο υπουργείο Υγείας οι συμβασιούχοι εξακολουθούν να αποτελούν περίπου το ένα τρίτο του συνόλου.
Στο υπουργείο Παιδείας καταγράφεται αύξηση του τακτικού προσωπικού, ωστόσο και εκεί το ποσοστό των μη μόνιμων εργαζομένων παραμένει υψηλό.
Παράλληλα, η έκθεση επισημαίνει ότι κατά την περίοδο 2021-2025 περίπου το 17,4% των προσλήψεων πραγματοποιήθηκε μέσω εξαιρέσεων από τον γενικό κανόνα, στοιχείο που, σύμφωνα με την ΠΑΝΣΥΠΟ, δείχνει την ύπαρξη παράλληλων διαδικασιών στελέχωσης.
Κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Η έρευνα συγκρίνει επίσης την Ελλάδα με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, στην ΕΕ αντιστοιχούν κατά μέσο όρο 94,1 δημόσιοι υπάλληλοι ανά 1.000 κατοίκους, ενώ στην Ελλάδα ο αντίστοιχος δείκτης διαμορφώνεται σε μόλις 54,9 ανά 1.000 κατοίκους.
Η ΠΑΝΣΥΠΟ καταλήγει ότι η ανασυγκρότηση του μόνιμου διοικητικού πυρήνα παραμένει ζητούμενο και υποστηρίζει ότι απαιτείται μακροπρόθεσμος σχεδιασμός στελέχωσης, ώστε οι δημόσιες υπηρεσίες να μπορούν να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στις αυξανόμενες ανάγκες των πολιτών.