
Σε μια ιδιαίτερα αιχμηρή αλλά και ουσιαστική συνέντευξη στην εκπομπή «Καλημέρα στο Νησί» του ενημερωτικού ραδιοφωνικού σταθμού ΣΤΟ ΝΗΣΙ 99 FM και στον Θράσο Αβραάμ, ο καθηγητής του Τμήματος Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Γιώργος Πλειός κατέθεσε μια συνολική κριτική για τον τρόπο με τον οποίο τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης καλύπτουν τους σύγχρονους πολέμους και τις διεθνείς συγκρούσεις.
Το επικοινωνιακό τρίγωνο
Αφορμή για τη συζήτηση αποτέλεσε το άρθρο του στο dnews.gr με τίτλο «Το Ελληνικό Επικοινωνιακό Προτεκτοράτο». Ο ίδιος αναγνώρισε ότι ο όρος «προτεκτοράτο» μπορεί να ξενίζει, ξεκαθάρισε όμως ότι τον χρησιμοποιεί μεταφορικά για να περιγράψει ένα συγκεκριμένο σύστημα σχέσεων και εξαρτήσεων που έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα. Όπως ανέφερε, τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης είναι εδώ και χρόνια εξαρτημένα από την πολιτική εξουσία και ειδικότερα από την εκάστοτε κυβέρνηση. Η εξάρτηση αυτή, όπως υποστήριξε, εντάθηκε μετά την οικονομική κρίση, όταν πολλές επιχειρήσεις ΜΜΕ βρέθηκαν σε ασφυκτική θέση και αναζήτησαν στήριξη μέσα από κρατικούς μηχανισμούς, ανταποδίδοντας με πολιτική στήριξη και φιλοκυβερνητική στάση.
Κατά τον ίδιο, αυτή η πραγματικότητα επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο την περίοδο της πανδημίας, όταν η γνωστή υπόθεση της λίστας Πέτσα ανέδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο τη σχέση αλληλεξάρτησης ανάμεσα στο κράτος και στα κυρίαρχα μέσα. Ο Γιώργος Πλειός περιέγραψε ένα τρίγωνο εξάρτησης, όπου τα μέσα εξαρτώνται από την κυβέρνηση και η κυβέρνηση, με τη σειρά της, εξαρτάται από τις επιλογές ισχυρών διεθνών κέντρων όπως οι ΗΠΑ και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Κατά συνέπεια, τα ελληνικά μέσα δεν στηρίζουν μόνο την κυβερνητική πολιτική, αλλά και την εξωτερική γραμμή που αυτή ακολουθεί.
Η εικόνα στη Γάζα
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον τρόπο με τον οποίο καλύφθηκε ο πόλεμος στη Γάζα. Όπως αποκάλυψε, σε σχετική μελέτη που είχε πραγματοποιήσει πριν από περίπου 2 χρόνια με συνεργάτη του, καταγράφηκε μια εντυπωσιακή ταύτιση των κυρίαρχων ελληνικών μέσων με τη θέση του Ισραήλ. Ειδικά στα μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια, όπως είπε, η χρήση όρων όπως «τρομοκράτες» για τη Χαμάς ήταν σχεδόν καθολική, την ώρα που μεγάλα διεθνή πρακτορεία όπως το Reuters και το Associated Press χρησιμοποιούσαν πιο προσεκτικούς όρους όπως «μαχητές» ή «ένοπλες ομάδες».
Ο καθηγητής σημείωσε ότι σχεδόν κανείς από τους Έλληνες δημοσιογράφους που βρέθηκαν στην περιοχή δεν βρέθηκε στη Γάζα, αλλά όλοι ήταν εγκατεστημένοι στο Ισραήλ. Οι μετακινήσεις, τα σημεία από τα οποία έκαναν ρεπορτάζ, ακόμη και τα πρόσωπα με τα οποία συνομιλούσαν, όπως υποστήριξε, καθορίζονταν από τον ισραηλινό στρατό. Μάλιστα ανέφερε ότι μέσω ειδικών λογαριασμών σε εφαρμογές επικοινωνίας διακινείτο έτοιμο οπτικοακουστικό υλικό και πληροφορίες που στη συνέχεια αναπαράγονταν από τα μέσα. Κατά την εκτίμησή του, αυτό δεν συνιστούσε ανεξάρτητο ρεπορτάζ αλλά αναπαραγωγή ενός οργανωμένου προπαγανδιστικού μηχανισμού.
Παράλληλα, επεσήμανε ότι στα ελληνικά κανάλια το πρόβλημα εμφανιζόταν σαν να ξεκινά αποκλειστικά στις 7 Οκτωβρίου 2023, χωρίς ιστορικό υπόβαθρο και χωρίς εξήγηση για τα όσα είχαν προηγηθεί. Οι Παλαιστίνιοι προβάλλονταν ελάχιστα και συνήθως μέσα από ένα έντονα αρνητικό πρίσμα, ενώ το ισραηλινό αφήγημα κυριαρχούσε σχεδόν απόλυτα.
Τι αλλάζει με το Ιράν
Αναφερόμενος στη σημερινή σύγκρουση με το Ιράν, ο Γιώργος Πλειός υποστήριξε ότι η εικόνα είναι ακόμη πιο ανησυχητική. Όπως είπε, στα ελληνικά μεγάλα μέσα υπερπροβάλλονται τα ιρανικά αντίποινα με τρόπο που παρουσιάζει το Ιράν περίπου ως τον βασικό υπεύθυνο της έντασης, ενώ την ίδια στιγμή αποσιωπώνται ή υποβαθμίζονται οι συνέπειες που υφίσταται το Ισραήλ από τα πλήγματα.
Στάθηκε επίσης στο γεγονός ότι στα πάνελ κυριαρχούν στρατιωτικοί αναλυτές, με τη δημόσια συζήτηση να περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο πώς θα εξελιχθούν οι επιχειρήσεις, αν θα υπάρξει κλιμάκωση και ποιος θα επικρατήσει. Αντίθετα, όπως τόνισε, οι φωνές που θέτουν ζήτημα διαπραγμάτευσης, αποκλιμάκωσης ή ειρηνικής λύσης είναι σχεδόν απούσες. Εκτίμησε μάλιστα ότι το φιλοπολεμικό κλίμα στα λεγόμενα κυρίαρχα μέσα είναι σήμερα πολύ εντονότερο σε σχέση με ό,τι ίσχυε στην περίπτωση της Γάζας.
Πληροφορία υπό χειραγώγηση
Ένα από τα βασικά σημεία της συνέντευξης ήταν η φύση της πληροφορίας σε συνθήκες πολέμου. Ο καθηγητής υπογράμμισε ότι στις σύγχρονες συγκρούσεις οι δημοσιογράφοι σπάνια έχουν πρόσβαση σε άμεση και ανεξάρτητη πληροφόρηση. Όπως εξήγησε, οι περισσότερες ειδήσεις προέρχονται από στρατιωτικούς μηχανισμούς, από επιτελεία, από κρατικές υπηρεσίες και από οργανωμένα κέντρα πληροφόρησης. Αυτό σημαίνει ότι η πληροφορία φτάνει ήδη παραμορφωμένη στο κοινό.
Με σαφήνεια ανέφερε ότι σε τέτοιες περιόδους δεν πρέπει να γίνεται άκριτη αποδοχή όσων μεταδίδονται από καμία πλευρά. Αντίθετα, χρειάζεται διαρκής επιφύλαξη, σύγκριση πολλών και διαφορετικών πηγών και μεγαλύτερη εγρήγορση απέναντι σε κάθε έτοιμο αφήγημα. Η αλήθεια, τόνισε, δεν παραμορφώνεται εκ των υστέρων μόνο από την προπαγάνδα, αλλά γεννιέται ήδη χειραγωγημένη μέσα στη δίνη του πολέμου.
Διεθνές δίκαιο με δύο μέτρα
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν ο Γιώργος Πλειός και στο ζήτημα του διεθνούς δικαίου. Επισήμανε ότι κατά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τα δυτικά μέσα και οι δυτικές κυβερνήσεις επικαλέστηκαν διαρκώς την παραβίαση του διεθνούς δικαίου. Στη σημερινή περίπτωση όμως, όπως είπε, δεν παρατηρείται αντίστοιχη ευαισθησία απέναντι στις αμερικανικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν, ούτε γίνεται ουσιαστική δημόσια συζήτηση για τη νομιμότητά τους.
Κατά την άποψή του, πρόκειται για μια καθαρή εφαρμογή δύο μέτρων και δύο σταθμών. Τόνισε μάλιστα ότι για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία στηρίζει σημαντικό μέρος της διεθνούς επιχειρηματολογίας της στο διεθνές δίκαιο σε θέματα όπως η Κύπρος και το Αιγαίο, η αποδοχή τέτοιων επιλεκτικών ερμηνειών είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Όταν ένα μικρότερο κράτος αποδέχεται τη λογική της ισχύος αντί της νομιμότητας, στην ουσία αποδυναμώνει το ίδιο τα επιχειρήματά του για το μέλλον.
Ο κίνδυνος για την Ελλάδα
Στη συνέχεια της συζήτησης, ο καθηγητής έστρεψε το βλέμμα του και στην Ελλάδα, εκφράζοντας έντονο προβληματισμό για τη συζήτηση που διεξάγεται γύρω από την ελληνική εμπλοκή. Όπως είπε, αντί τα μέσα να θέτουν κριτικά ερωτήματα για τους κινδύνους που δημιουργεί μια τέτοια εμπλοκή, συχνά παρουσιάζουν τη συμμετοχή της χώρας ως ευκαιρία γεωπολιτικής αναβάθμισης ή ως μέρος μιας νέας «μεγάλης ιδέας» στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο ίδιος απέρριψε αυτή τη λογική, λέγοντας ότι οι στρατιωτικές κινήσεις που γίνονται στην περιοχή δεν έχουν στόχο την προστασία της Κύπρου ή των ελληνικών συμφερόντων, αλλά την υποστήριξη της αμερικανικής και ισραηλινής στρατηγικής. Υπογράμμισε ακόμη ότι η Κύπρος είναι ανεξάρτητο κράτος και όχι ελληνική κτήση, ενώ υπενθύμισε ότι εδώ και δεκαετίες η κατοχή του 40% του νησιού από την Τουρκία δεν έχει αντιμετωπιστεί στην πράξη από τους συμμάχους που σήμερα εμφανίζονται ως εγγυητές σταθερότητας.
Οικονομία, ενέργεια και τουρισμός
Η συζήτηση δεν έμεινε μόνο στη γεωπολιτική και στην ενημέρωση. Ο Γιώργος Πλειός αναφέρθηκε και στις οικονομικές προεκτάσεις της σύγκρουσης, εκτιμώντας ότι το κόστος για τις ΗΠΑ είναι τεράστιο και ότι η κατάσταση επιβαρύνει ακόμη περισσότερο μια ήδη πιεσμένη αμερικανική οικονομία. Συνέδεσε την εξέλιξη αυτή με την άνοδο των τιμών της ενέργειας, κάνοντας λόγο για πιθανή νέα διεθνή οικονομική κρίση με σημαντικές επιπτώσεις στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.
Όπως προειδοποίησε, μια τέτοια εξέλιξη θα μεταφραστεί σε ανατιμήσεις, σε μεγαλύτερο κόστος ζωής, σε πίεση για επιχειρήσεις και εργαζόμενους και τελικά σε κλυδωνισμούς που θα γίνουν αισθητοί και στην ελληνική περιφέρεια. Για περιοχές όπως η Λέσβος, που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό, το πρόβλημα μπορεί να είναι διπλό. Από τη μια θα αυξάνεται το κόστος μετακίνησης και από την άλλη θα ενισχύεται ο φόβος των επισκεπτών απέναντι σε μια ευρύτερη αποσταθεροποίηση στην περιοχή.
Η δημοσιογραφία οφείλει να ρωτά
Ολοκληρώνοντας τη σκέψη του, ο καθηγητής επέμεινε ότι ο ρόλος της δημοσιογραφίας δεν είναι να υποκαθιστά την πολιτική ούτε να λειτουργεί ως μηχανισμός επιστράτευσης της κοινής γνώμης. Αποστολή της είναι να θέτει τα δύσκολα ερωτήματα, να αμφισβητεί τις επίσημες αφηγήσεις και να ζητά απαντήσεις από την εξουσία. Αυτό, όπως ανέφερε, αποτελεί βασική παράδοση της σοβαρής δημοσιογραφίας, ιδιαίτερα σε ζητήματα πολέμου και ειρήνης.
Η παρέμβαση του Γιώργου Πλειού στο ΣΤΟ ΝΗΣΙ 99 FM δεν ήταν απλώς μια κριτική στα μέσα ενημέρωσης αλλά και μια προειδοποίηση για το πώς διαμορφώνεται η κοινή γνώμη σε περιόδους διεθνούς έντασης, για το πώς η ενημέρωση μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο χειραγώγησης και για το πώς μια μικρή χώρα κινδυνεύει να αποδεχθεί επιλογές που τελικά στρέφονται εναντίον της. Σε μια εποχή όπου, όπως ειπώθηκε και στην αρχή της συζήτησης, το πρώτο θύμα του πολέμου είναι η αλήθεια, η ανάγκη για κριτική δημοσιογραφία μοιάζει πιο επιτακτική από ποτέ.