
Για τρίτη συνεχόμενη φορά μέσα σε 14 μήνες, η Μύρινα και χωριά της Λήμνου βρέθηκαν αντιμέτωπα με σοβαρές καταστροφές μετά από ισχυρές βροχοπτώσεις και θυελλώδεις ανέμους, με κατοικίες και επαγγελματικούς χώρους να πλήττονται, ενώ ζημιές καταγράφονται και σε βασικές υποδομές του νησιού, όπως αγροτικοί και παραλιακοί δρόμοι, σχολεία και γέφυρες.
Το ζήτημα φέρνει στη Βουλή η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ, καταθέτοντας Επίκαιρη Ερώτηση προς τον Υπουργό Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας, στην οποία υπογραμμίζεται ότι οι κάτοικοι δεν δοκιμάζονται μόνο από τα ακραία καιρικά φαινόμενα, αλλά και από την απουσία ολοκληρωμένης πρόληψης και αντιπλημμυρικής θωράκισης. Στο κείμενο γίνεται ειδική αναφορά στις πλημμύρες της 30ής Νοεμβρίου 2024, όταν –όπως σημειώνεται– το νησί θρήνησε δύο νεκρούς.
Σύμφωνα με το ΚΚΕ, καταγγελίες σωματείων, φορέων και επαγγελματικών κλάδων (εργαζόμενοι, επαγγελματίες, αγρότες και κτηνοτρόφοι) επιμένουν ότι οι καταστροφές δεν μπορούν να αποδοθούν αποκλειστικά στην ένταση της κακοκαιρίας. Αντίθετα, αποδίδονται στη «διαχρονικά ασκούμενη κυβερνητική πολιτική» που, όπως αναφέρεται, δεν εξασφαλίζει συνδυασμένη διαχείριση υδάτων και αφήνει το νησί χωρίς κρίσιμες υποδομές.
Στο επίκεντρο της κοινοβουλευτικής παρέμβασης μπαίνουν συγκεκριμένα έργα και παρεμβάσεις που –κατά το ΚΚΕ– είτε δεν έγιναν είτε καθυστερούν επί χρόνια: καθαρισμοί χειμάρρων και ρεμάτων, έργα αντιπλημμυρικής προστασίας, καθώς και η έλλειψη φραγμάτων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το φράγμα Κάσπακα, για το οποίο επισημαίνεται ότι υπάρχει μελέτη εδώ και περίπου 30 χρόνια, αλλά απαιτείται επικαιροποίηση και –κυρίως– χρηματοδότηση ώστε να προχωρήσει η υλοποίησή του.
Το κόμμα συνδέει την αντιπλημμυρική ανεπάρκεια και με ένα ακόμη, χρόνιο πρόβλημα της Λήμνου: την έλλειψη νερού τους θερινούς μήνες. Όπως τονίζεται, η ίδια κατάσταση οδηγεί στο παράδοξο το νησί «να πνίγεται τον χειμώνα όταν βρέχει» και να αντιμετωπίζει υδροδοτικό στρες το καλοκαίρι, γεγονός που, σύμφωνα με το σκεπτικό της Ερώτησης, δείχνει απουσία συνολικής πολιτικής για τη διαχείριση των υδάτινων πόρων.
Παράλληλα, η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΚΚΕ ασκεί πολιτική κριτική σε κυβέρνηση, περιφερειακές και τοπικές αρχές, υποστηρίζοντας ότι ακολουθούν «κατευθύνσεις της ΕΕ» όπου τα αντιπλημμυρικά έργα αξιολογούνται με όρους «κόστους–οφέλους». Κατά την ίδια κριτική, προκρίνεται συχνά ως “φθηνότερη” λύση η αποζημίωση μετά την καταστροφή αντί της πρόληψης με έργα που δεν θεωρούνται «επιλέξιμα» επειδή «δεν αποφέρουν κέρδος για επενδυτές». Στο ίδιο πλαίσιο, γίνεται αναφορά στη γνωστή –όπως χαρακτηρίζεται– «συνταγή» της ατομικής ευθύνης και των προειδοποιήσεων μέσω του 112, ενώ επισημαίνεται ότι μελέτες χρονίζουν χωρίς να προχωρούν σε εφαρμογή.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στο σκέλος των αποζημιώσεων. Το ΚΚΕ υποστηρίζει ότι λαϊκές οικογένειες, αγρότες και επαγγελματίες συναντούν «κόφτες» και προσκόμματα που περιορίζουν την αποζημίωση των ζημιών. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, αναφέρονται καταγγελίες για απαιτήσεις προσκόμισης τιμολογίων αγοράς για συσκευές ή μηχανήματα που αποκτήθηκαν «προ δεκαετίας και πλέον», με αποτέλεσμα –κατά τους πληγέντες– να εξαιρούνται από τις αποζημιώσεις κατασκευές και εξοπλισμός που καταστράφηκαν.
Με την Επίκαιρη Ερώτηση προς τον αρμόδιο υπουργό, το ΚΚΕ ζητά από την κυβέρνηση συγκεκριμένες δεσμεύσεις σε δύο βασικούς άξονες:
Η κοινοβουλευτική παρέμβαση έρχεται να αναδείξει, για ακόμη μία φορά, το δίλημμα ανάμεσα στην πρόληψη και την αποκατάσταση, με το ΚΚΕ να ζητά να μεταφερθεί το βάρος στην πρόληψη μέσω έργων και στελέχωσης υπηρεσιών, και την κυβέρνηση να καλείται να απαντήσει τόσο για τις άμεσες ενέργειες στήριξης των πληγέντων όσο και για τον σχεδιασμό αντιπλημμυρικής προστασίας στη Λήμνο, μετά από επαναλαμβανόμενα πλημμυρικά επεισόδια.