
Με αθωωτική απόφαση για όλους τους κατηγορούμενους ολοκληρώθηκε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου η πολύχρονη δικαστική υπόθεση της ERCI, βάζοντας τέλος σε μια διαδικασία που εκκρεμούσε επί 7 χρόνια και είχε προκαλέσει έντονο δημόσιο και διεθνή διάλογο γύρω από τα όρια της ανθρωπιστικής δράσης στα εξωτερικά σύνορα της Ευρώπης.
Η απόφαση εκδόθηκε μετά την ολοκλήρωση των απολογιών όλων των κατηγορουμένων και την αγόρευση του Εισαγγελέα της έδρας, ο οποίος είχε προτείνει την πλήρη απαλλαγή τους. Από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας, όπως κρίθηκε, δεν προέκυψαν στοιχεία που να στηρίζουν τις βαριές κατηγορίες περί συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση και περί διευκόλυνσης παράνομης εισόδου υπηκόων τρίτων χωρών.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στο γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε ύπαρξη εσωτερικής διάρθρωσης, ιεραρχίας ή οργανωμένης κατανομής ρόλων με εγκληματικό σκοπό. Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχαν αυτοτελείς ρόλοι και σταθερή δομή που να συγκροτεί εγκληματική οργάνωση, ενώ η δράση των κατηγορουμένων δεν εμφάνιζε τα χαρακτηριστικά οργανωμένου παράνομου μηχανισμού.
Σύμφωνα με τη δικαστική κρίση, η δραστηριότητα της ERCI εντασσόταν στο ευρύτερο πλαίσιο των επιχειρήσεων που αναπτύχθηκαν στη Λέσβο την περίοδο της προσφυγικής κρίσης. Τα μέλη της ομάδας χρησιμοποιούσαν απλά τεχνικά μέσα και οπτική παρατήρηση από τις ακτές, λαμβάνοντας υπόψη τις καιρικές συνθήκες, προκειμένου να αντιλαμβάνονται την προσέγγιση σκαφών, χωρίς να διαθέτουν πληροφορίες που να προηγούνται χρονικά εκείνων των ελληνικών Αρχών.
Το δικαστήριο υιοθέτησε την εκτίμηση ότι δεν αποδείχθηκε καμία επικοινωνία των κατηγορουμένων με μετανάστες εν πλω για τη λήψη πληροφοριών σχετικά με τις αφίξεις. Αντίθετα, κρίθηκε ότι οι κατηγορούμενοι ανέμεναν στις ακτές με σκοπό την παροχή βοήθειας μετά την άφιξη, ενώ και το Λιμενικό Σώμα αντιλαμβανόταν την προσέγγιση των σκαφών στον ίδιο χρόνο.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξε και η αξιολόγηση των οικονομικών στοιχείων της υπόθεσης. Όπως κρίθηκε, δεν στοιχειοθετήθηκε αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των δωρεών που λάμβανε η οργάνωση και οποιασδήποτε παράνομης δραστηριότητας. Ειδική αναφορά έγινε στις ημερομηνίες του κατηγορητηρίου, για τις οποίες διαπιστώθηκε ότι υπήρξε ενημέρωση των λιμενικών αρχών, γεγονός που αναιρεί τον ισχυρισμό περί παράνομης διευκόλυνσης εισόδου στη χώρα.
Κατά τις απολογίες τους, οι βασικοί κατηγορούμενοι είχαν αναπτύξει αναλυτικά τις θέσεις τους. Η Σάρα Μαρντίνι αναφέρθηκε στη δική της εμπειρία ως πρόσφυγας το 2015 και στην επιστροφή της στη Λέσβο το 2016 με στόχο, όπως είπε, να βοηθήσει ανθρώπους που βίωναν την ίδια δοκιμασία. Ο Σον Μπίντερ κατέθεσε ότι ήρθε στη Λέσβο το 2017 ως εκπαιδευμένος διασώστης και ότι οι Αρχές ενημερώνονταν μόνο όταν υπήρχε επιβεβαιωμένη πληροφορία, καθώς συχνά υπήρχαν λανθασμένα σήματα.
Ο Νάσος Καρακίτσος περιέγραψε τη διαδρομή του από την άφιξή του στη Λέσβο τον Ιανουάριο του 2016, τη δήλωση των προσόντων του στο Λιμεναρχείο και την οργάνωση της ομάδας, τονίζοντας ότι η πληροφόρηση βασιζόταν στην παρατήρηση, στις καιρικές συνθήκες και σε δημόσιες πηγές. Η κατηγορούμενη Άλεξου δήλωσε ότι η εμπλοκή της περιοριζόταν στη διαχείριση δωρεών από την Αθήνα, χωρίς φυσική παρουσία στη Λέσβο τις επίμαχες ημέρες.
Οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι περιέγραψαν δράσεις καθαρά εθελοντικού χαρακτήρα, χωρίς οικονομικό όφελος, σε τομείς όπως η διανομή βοήθειας, η διερμηνεία, η υποστήριξη στις ακτές και η καταγραφή εθελοντών. Ο Πίτερ, συνταξιούχος επενδυτής, αναφέρθηκε συγκινημένος στην οικογενειακή του ιστορία ως δεύτερης γενιάς πρόσφυγας και στην ανάγκη, όπως είπε, να κλείσει έναν ανοιχτό λογαριασμό με την Ιστορία.
Η αθωωτική απόφαση του δικαστηρίου κλείνει έναν μακρύ και φορτισμένο δικαστικό κύκλο και αποτελεί σημείο αναφοράς για τη δημόσια συζήτηση σχετικά με το αν και σε ποιο βαθμό η ανθρωπιστική δράση μπορεί να ποινικοποιηθεί, σε μια υπόθεση που παρακολουθήθηκε στενά από ανθρωπιστικές οργανώσεις και διεθνή μέσα ενημέρωσης.