
Ένοχος κρίθηκε ομόφωνα τη Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026 ο κατηγορούμενος για την υπόθεση σεξουαλικής κακοποίησης δύο αδελφών με νοητική υστέρηση, από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Βορείου Αιγαίου, το οποίο του επέβαλε ποινή κάθειρξης 10 ετών, χωρίς την αναγνώριση ελαφρυντικών ή πρότερου σύννομου βίου.
Η απόφαση εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό, με την εισαγγελική πρόταση να είναι επίσης καταδικαστική. Ο κατηγορούμενος είχε καταδικαστεί πρωτόδικα το 2020 σε κάθειρξη 12 ετών για κατάχρηση ανίκανου προς αντίσταση σε γενετήσια πράξη κατά συρροή και κατάχρηση ανηλίκου άνω των 12 και κάτω των 14 ετών από πρόσωπο στο οποίο είχε εμπιστευθεί η επίβλεψή του, με την ποινή τότε να έχει ανασταλεί έως την εκδίκαση της έφεσης. Με άλλα λόγια, κυκλοφορούσε ελεύθερος.
Τα γεγονότα του 2018 και η αποκάλυψη
Η υπόθεση αφορά πράξεις που φέρονται να τελέστηκαν κατά τη διάρκεια των σχολικών διακοπών των Χριστουγέννων του 2018, σε βάρος δύο αδελφών με νοητική υστέρηση, γεννηθέντων το 1999 και το 2005. Ο ένας εκ των δύο φοιτούσε σε Ειδικό Σχολείο και ο άλλος σε ΕΕΕΕΚ.
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στο ακροατήριο, τα παιδιά είχαν εμπιστευθεί από τους γονείς τους στον κατηγορούμενο την επίβλεψή τους. Κατά την ακροαματική διαδικασία αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε πράξεις παρά φύσιν συνουσίας και τα εξανάγκασε σε πεολειχία.
Η υπόθεση αποκαλύφθηκε τον Ιανουάριο του 2019, όταν κοινωνικός λειτουργός σχολείου διαπίστωσε αλλαγή συμπεριφοράς σε ένα από τα παιδιά μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων. Κατά τη διερεύνηση, το παιδί περιέγραψε με λεπτομέρειες σεξουαλικές πράξεις που, όπως κατατέθηκε, δεν θα μπορούσε να επινοήσει με βάση το γνωστικό του επίπεδο.
Ο κοινωνικός λειτουργός ενημέρωσε άμεσα τη διευθύντρια του σχολείου, η οποία γνώριζε την οικογένεια επί σειρά ετών, και στη συνέχεια την ψυχολόγο. Ακολούθησε ενημέρωση των αρμόδιων υπηρεσιών Πρόνοιας.
Οι μαρτυρίες στο Εφετείο
Πρώτος κατέθεσε ο κοινωνικός λειτουργός, ο οποίος ανέφερε ότι τα δύο παιδιά είχαν διαγνωσμένη νοητική υστέρηση και ελάμβαναν επίδομα αναπηρίας. Περιέγραψε τις αφηγήσεις του ενός αδελφού, που έκανε λόγο για σεξουαλικές πράξεις στο σπίτι του κατηγορουμένου, παρουσία αλκοόλ και προβολής πορνογραφικού υλικού.
Στην ερώτηση της Εισαγγελέως αν τα δύο αδέλφια θα μπορούσαν να συνεννοηθούν για να κατασκευάσουν ψευδή καταγγελία, ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά.
Ακολούθησε η κατάθεση της διευθύντριας του Ειδικού Σχολείου, η οποία σκιαγράφησε το οικογενειακό περιβάλλον των παιδιών, κάνοντας λόγο για οικονομικές δυσκολίες, χαμηλό γνωστικό επίπεδο των γονέων και ευάλωτες συνθήκες διαβίωσης. Κατέθεσε επίσης ότι δέχθηκε τηλεφωνικές απειλές από συγγενείς της οικογένειας μετά την καταγγελία.
Η ψυχολόγος του σχολείου ανέφερε ότι το παιδί παρουσίαζε αμηχανία κατά την αφήγηση, αλλά επαναλάμβανε σταθερά βασικά στοιχεία του συμβάντος. Τόνισε ότι εκείνη, ο κοινωνικός λειτουργός και η διευθύντρια ενήργησαν σύμφωνα με τη δεοντολογία τους, εκφράζοντας ωστόσο την ανησυχία τους για το αν τα παιδιά προστατεύτηκαν επαρκώς τα επόμενα χρόνια.
Αναγνώστηκε επίσης η κατάθεση του ενός αδελφού, ο οποίος ανέφερε ότι «δεν ήθελε να ξανάρθει ο Λευτέρης (σ.σ. ο κατηγορούμενος) σπίτι», περιγράφοντας πράξεις που του προκάλεσαν πόνο.
Η απολογία και η υπεράσπιση
Στην απολογία του, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε κάθε κατηγορία. Υποστήριξε ότι τα παιδιά βρίσκονταν στο σπίτι του, αλλά εκείνος έφυγε για το καφενείο και όταν επέστρεψε απλώς έβλεπαν ταινία. Δήλωσε ότι εργαζόταν ως οικοδόμος και αγρότης και ότι βοηθούσε οικονομικά την οικογένεια. «Το ορκίζομαι στα εγγόνια μου, δεν τα πείραξα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο συνήγορος υπεράσπισης μίλησε για αντιφάσεις στις προανακριτικές καταθέσεις και για έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων, υποστηρίζοντας ότι ο κατηγορούμενος έχει ήδη υποστεί κοινωνική καταδίκη και ζει έναν «οκταετή εφιάλτη».
Η εισαγγελική πρόταση και η απόφαση
Η Εισαγγελέας, στην αγόρευσή της, τοποθέτησε χωροχρονικά τα γεγονότα και έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία και οι καταθέσεις συγκροτούν σαφές πλαίσιο ενοχής. Πρότεινε την καταδίκη του κατηγορουμένου, πρόταση που υιοθετήθηκε ομόφωνα από το Δικαστήριο.Το Εφετείο επέβαλε ποινή κάθειρξης 10 ετών, μειώνοντας την πρωτόδικη ποινή των 12 ετών, χωρίς να αναγνωρίσει κανένα ελαφρυντικό και οδηγήθηκε στη φυλακή.
Έξι χρόνια δικαστικής εκκρεμότητας
Η εκδίκαση της έφεσης είχε αναβληθεί επανειλημμένα από το 2022 έως και το 2025, παρατείνοντας την εκκρεμότητα μιας υπόθεσης που βαραίνει επί χρόνια την τοπική κοινωνία.
Οι γονείς των παιδιών απουσίασαν από το δικαστήριο. Από το 2019 έως σήμερα, το βάρος της υπόθεσης σε πρώτο και δεύτερο βαθμό σήκωσαν ουσιαστικά ο κοινωνικός λειτουργός, η ψυχολόγος και η διευθύντρια του σχολείου, οι οποίοι/ες ανέλαβαν την ευθύνη της καταγγελίας και στάθηκαν ως βασικοί μάρτυρες κατηγορίας. Κι αυτό ενώ οι δύο εξ αυτών εργάζονται εκτός νησιού, και επωμιζόμενοι/ες το οικονομικό και ψυχικό κόστος.
Η υπόθεση ανέδειξε για ακόμη μία φορά τα ζητήματα προστασίας ατόμων με αναπηρία σε συνθήκες ευαλωτότητας, αλλά και το βάρος που επωμίζονται επαγγελματίες στην εκπαίδευση όταν επιλέγουν να ενεργήσουν με βάση τη συνείδηση και τη δεοντολογία τους.