
Λίγο μετά τις 12 το μεσημέρι ξεκίνησε στη Μυτιλήνη και στην Πλατεία Σαπφούς η μεγάλη κινητοποίησε για τη συμπλήρωση 3 χρόνων από το δυστύχημα στα Τέμπη που σημάδεψε τη χώρα. Η εικόνα, όπως αποτυπώθηκε και κατά την πορεία που ακολούθησε στην προκυμαία, έδειχνε μαζική συμμετοχή με έντονη παρουσία νεολαίας, μαθητών, φοιτητών και οικογενειών, δίπλα σε εργαζόμενους και εκπροσώπους συλλόγων.
Τη συγκέντρωση οργάνωσε το Εργατικό Κέντρο Λέσβου και συμμετείχαν σωματεία και φορείς από όλο το νησί. Στον χώρο βρέθηκε και ο ανεξάρτητος βουλευτής Λέσβου Παναγιώτης Παρασκευαΐδης, ενώ τα πανό και τα συνθήματα έδωσαν τον τόνο ενός αιτήματος που επαναλήφθηκε με διαφορετικές διατυπώσεις από όλους τους ομιλητές, να μη ξεχαστεί το γεγονός, να αποδοθούν ευθύνες και να τεθεί στο επίκεντρο η ασφάλεια των μετακινήσεων και των υποδομών.
Η Μυρσίνη Βαξεβάνη μετέφερε το κάλεσμα του Συλλόγου Γονέων του ΓΕΛ Καλλονής, ζητώντας στήριξη «έμπρακτα στον αγώνα για δικαιοσύνη και δικαίωση», όπως ανέφερε, και υπογράμμισε ότι «πέρασαν 3 ολόκληρα χρόνια και τίποτα δεν έχει αλλάξει». Στάθηκε ιδιαίτερα στο αίσθημα των οικογενειών που ζητούν απαντήσεις, λέγοντας πως «οι γονείς, οι σύζυγοι, τα αδέρφια θέλουν να μάθουν από τι πέθανε ο άνθρωπός τους», ενώ έκανε αναφορά και στη γενικότερη εικόνα που, όπως σημείωσε, «όλο και χειροτερεύει» σε συγκοινωνίες, σχολικά κτίρια και χώρους δουλειάς.
Από την πλευρά του φοιτητικού κινήματος, ο Κώστας Mπεντόγιας μίλησε για «3 χρόνια οργής που δεν κόπασε» και υποστήριξε ότι η νέα γενιά βγήκε στον δρόμο «για να δείξει ότι η θυσία δεν θα πάει χαμένη». Σύνδεσε το αίτημα για δικαιοσύνη με τα ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι φοιτητές, από την πίεση της ακρίβειας μέχρι τις συνθήκες στις υποδομές των σχολών, επιμένοντας πως «μόνο με τον οργανωμένο αγώνα» μπορεί να υπάρξει αλλαγή.
Η Μαρία Μαδυτινού, από τον Σύλλογο Προοδευτικών Γυναικών Μυτιλήνης, εστίασε στο πολιτικό σκέλος της συζήτησης, λέγοντας πως «δεν είναι η κακιά ώρα» και ότι η ανθρώπινη ζωή αντιμετωπίζεται ως «κόστος» όταν κυριαρχεί η λογική του κέρδους. Στο ίδιο πνεύμα, ο Βαγγέλης Χριστοδούλου, εκπροσωπώντας τους συνταξιούχους, μίλησε για τα «εγκλήματα που υπάρχουν παντού» και παρέπεμψε στα εργατικά δυστυχήματα, υποστηρίζοντας ότι ο αγώνας «πρέπει να συνεχίζεται καθημερινά» για να μπαίνουν φραγμοί σε πρακτικές που αφήνουν απροστάτευτους τους εργαζόμενους.

Η Εύη Σαμπανίκου, εκπρόσωπος του Συλλόγου Διδασκόντων του Πανεπιστημίου Αιγαίου, σημείωσε ότι «η βασική δίκη και η τιμωρία των ενόχων δεν έχει ξεκινήσει ακόμη», ενώ τόνισε πως η πανεπιστημιακή κοινότητα συμμετέχει «απαιτώντας να αποδοθεί επιτέλους δικαιοσύνη» και διεκδικώντας «ασφαλείς και προσιτές δημόσιες μεταφορές». Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Παναγιώτης Λενέτης από τους δικαστικούς υπαλλήλους μίλησε για «κοινή απαίτηση» να μη υπάρξει συγκάλυψη και να αποδοθούν «ποινικές και πολιτικές ευθύνες», συνδέοντας το αίτημα με την ανάγκη «ανατροπής πολιτικών ιδιωτικοποιήσεων και απαξίωσης δημόσιων υποδομών».
Ιδιαίτερη στιγμή της συγκέντρωσης αποτέλεσε η παρέμβαση του Δημήτρη Ευσταθίου, προέδρου της Ένωσης Ιδιωτικών Υπαλλήλων Λέσβου, που σχολίασε τις επιλογές του Εμπορικού Συλλόγου, λέγοντας πως ορισμένες «θλιβερές πλειοψηφίες» προτίμησαν να καλέσουν σε μνημόσυνο στον Άγιο Θεράποντα αντί να βρεθούν στη συγκέντρωση. Ταυτόχρονα, αναγνώρισε ότι «αρκετοί επαγγελματίες και έμποροι έκλεισαν τα μαγαζιά τους με δική τους πρωτοβουλία» και ήταν παρόντες, επιμένοντας ότι αυτή η στάση έχει βάρος στο δημόσιο μήνυμα της ημέρας.
Ο Κώστας Ντουράκης από την ΕΛΜΕ Λέσβου έβαλε στο επίκεντρο το αίτημα για λογοδοσία, λέγοντας ότι οι ευθύνες «έχουν όνομα», ενώ έκανε αναφορά και στη συνέχιση της πολιτικής που, όπως υποστήριξε, διατηρεί τις ίδιες αδυναμίες στις υποδομές. Ο Γιώργος Αλεξίου, από το Νομαρχιακό Τμήμα ΑΔΕΔΥ Λέσβου, κινήθηκε σε πιο ενωτικό τόνο, υπογραμμίζοντας ότι «το αίτημα για δικαιοσύνη παραμένει ζωντανό» και ότι απαιτούνται «ουσιαστικά μέτρα ασφάλειας» όχι μόνο στις μεταφορές αλλά συνολικά στις δημόσιες υπηρεσίες.

Κεντρικός ομιλητής ήταν ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λέσβου, Γιάννης Ζαφειρίου, που έδωσε το πλαίσιο της κινητοποίησης και έκανε πιο συγκεκριμένες τοπικές αναφορές. Από τη μια επανέλαβε πως «2 τρένα κινούνταν στην ίδια γραμμή για 12 λεπτά» και ότι αυτό θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί «αν λειτουργούσαν τα απαραίτητα συστήματα ασφαλείας». Από την άλλη συνέδεσε το κεντρικό αίτημα με την καθημερινότητα του νησιού, μιλώντας για συνθήκες εργασίας, για την πίεση σε επαγγελματίες και εργαζόμενους, αλλά και για περιστατικά που, όπως είπε, δείχνουν πώς «η ασφάλεια λογαριάζεται ως κόστος». Αναφέρθηκε επίσης στη μεγάλη συμμετοχή των μαθητών στις προηγούμενες κινητοποιήσεις στη Λέσβο, λέγοντας ότι «τους αξίζει το πιο δυνατό χειροκρότημα» και ζητώντας να σταματήσει κάθε στοχοποίηση μέσα στα σχολεία.
Μετά το τέλος των ομιλιών, οι συγκεντρωμένοι συγκρότησαν πορεία, που κινήθηκε στους δρόμους της πόλης και κατέληξε μπροστά από τη Γενική Γραμματεία Αιγαίου. Εκεί επαναλήφθηκαν συνθήματα και ολοκληρώθηκε μια κινητοποίηση που έδειξε ότι 3 χρόνια μετά τα Τέμπη παραμένουν ανοιχτό κοινωνικό αίτημα, με επίμονη διεκδίκηση για αλήθεια, ευθύνη και ουσιαστικά μέτρα ασφάλειας.