
Συχνά πυκνά γίνονται δημόσιες αναφορές στα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις της Λέσβου και των άλλων νησιών του Βορείου Αιγαίου. Πολλές φορές η συζήτηση γύρω από το θέμα δεν γίνεται με ευθύ τρόπο αλλά δια της πλαγίου. Το σύνηθες είναι οι ξενοδόχοι να παραπονούνται για τη μικρή διάρκεια της τουριστικής σεζόν στα νησιά μας.
Η ανάλυση του ΙΝΣΕΤΕ για τις εξελίξεις στον ελληνικό τουρισμό αποτυπώνει με σαφήνεια αυτό το μείζον πρόβλημα. Η πληρότητα στα ξενοδοχεία του Βορείου Αιγαίου το 2024 ήταν μόλις 40%, όταν στο Νότιο Αιγαίο έφτασε το 53%, στην Κρήτη το 54%, στα Ιόνια Νησιά το 61% και στην Αττική το 52%. Το ποσοστό πληρότητας των ξενοδοχείων του Βορείου Αιγαίου την ίδια χρονιά ήταν χαμηλότερο ακόμη και από αυτό της Κεντρικής Μακεδονίας με 49% και της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης με 44%.
Οι ξενοδοχειακές μονάδες των νησιών της Περιφέρειας, σε μια χώρα που βασίζει τον τουρισμό της στον ήλιο και τη θάλασσα, κατέγραψαν την ίδια πληρότητα 40% με την τουριστικά υπανάπτυκτη Ήπειρο. Την ίδια στιγμή, τα ξενοδοχεία της Πελοποννήσου και της Θεσσαλίας εμφάνισαν πληρότητες 39% και 38% αντίστοιχα. Ο πανελλαδικός μέσος όρος πληρότητας το 2024 διαμορφώθηκε στο 51%, δηλαδή 9 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από αυτόν του Βορείου Αιγαίου.
Η εικόνα της πληρότητας διαφοροποιείται από νησί σε νησί. Τα ξενοδοχεία της Σάμου κατέγραψαν τη μεγαλύτερη πληρότητα με 46% το 2024, επιβεβαιώνοντας τον ρόλο της ως ναυαρχίδα του τουριστικού τομέα στο Βόρειο Αιγαίο. Στη 2η θέση βρέθηκε η Λέσβος με πληρότητα 39%, οριακά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Περιφέρειας και σημαντικά χαμηλότερα από τον πανελλαδικό μέσο όρο.
Ακολούθησε η Λήμνος με πληρότητα 34%, ενώ τα ξενοδοχεία της Χίου κατέγραψαν ποσοστό 30%. Στην τελευταία θέση βρέθηκε η Ικαρία με πληρότητα μόλις 29%.
Η χαμηλή πληρότητα σημαίνει ότι οι επενδύσεις σε πάγια και εξοπλισμό που πραγματοποιούν οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις χρειάζονται πολύ περισσότερο χρόνο για να αποσβεστούν. Το στοιχείο αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί πολλές επιχειρήσεις του κλάδου καθυστερούν να προχωρήσουν σε επενδύσεις εκσυγχρονισμού και ανακαίνισης των καταλυμάτων τους.
Παράλληλα, οι χαμηλές πληρότητες οδηγούν σε περιορισμό του αριθμού των εργαζομένων, προκειμένου να μειωθεί το λειτουργικό κόστος. Σε αρκετές περιπτώσεις η πρόσληψη προσωπικού γίνεται σταδιακά, με αποτέλεσμα να αναζητούνται εργαζόμενοι ακόμη και μέσα στον Ιούλιο και τον Αύγουστο. Επιπλέον, πολλοί ξενοδοχοϋπάλληλοι που είναι μόνιμοι κάτοικοι των νησιών του Βορείου Αιγαίου επιλέγουν να μετακινηθούν σε τουριστικά ανεπτυγμένες περιοχές της χώρας, όπου εξασφαλίζουν εργασία για περισσότερους μήνες.
Σε έναν βαθμό, οι μειωμένες πληρότητες επηρεάζουν και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η χαμηλή πληρότητα των ξενοδοχειακών μονάδων μεταφράζεται σε μειωμένες επενδύσεις και χαμηλότερη απασχόληση τόσο στα καταλύματα όσο και στην εστίαση.
Δεν υπάρχει κάποια μαγική λύση για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Ωστόσο, μπορούν και πρέπει να γίνουν βήματα για τη διεύρυνση της τουριστικής περιόδου. Το τουριστικό ρεύμα από την Τουρκία έχει αποδείξει ότι μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση. Για να διατηρηθεί και να ενισχυθεί, ιδιαίτερα το φθινόπωρο και τον χειμώνα, είναι απαραίτητο οι επισκέπτες να βρίσκουν ενδιαφέρουσες δραστηριότητες, οργανωμένες με τρόπο τουριστικά αξιοποιήσιμο και επαρκώς προβεβλημένες.
Δίπλα σε αυτό το μικρό αλλά υπαρκτό και αναπτυσσόμενο ρεύμα από την Τουρκία μπορούν να προστεθούν επισκέπτες από την Ευρώπη. Με αυτόν τον τρόπο, σταδιακά, μπορεί να επιτευχθεί η ουσιαστική διεύρυνση της τουριστικής σεζόν στα νησιά του Βορείου Αιγαίου.