
Ιδιαίτερα αισιόδοξος για τις προοπτικές του λεσβιακού ελαιολάδου εμφανίστηκε ο καθηγητής Αναλυτικής Χημείας του ΕΚΠΑ Νίκος Θωμαΐδης, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό 99 FM ΣΤΟ ΝΗΣΙ και την εκπομπή «Μιλάμε Οικονομικά», με αφορμή τη συμμετοχή του στο συνέδριο – φεστιβάλ Elia Lesvos Confest που πραγματοποιήθηκε στη Μυτιλήνη.
Ο κ. Θωμαΐδης χαρακτήρισε το συνέδριο μια ιδιαίτερα σημαντική πρωτοβουλία για τη Λέσβο και τον ελαιοκομικό τομέα, σημειώνοντας ότι έχει εξελιχθεί σε έναν θεσμό ανταλλαγής γνώσεων, εμπειριών και προβληματισμών γύρω από το μέλλον της ελαιοπαραγωγής. Ιδιαίτερη σημασία απέδωσε στο γεγονός ότι φέτος το συνέδριο τελεί υπό την αιγίδα του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας, γεγονός που, όπως είπε, αποτελεί αναγνώριση της ποιότητας της δουλειάς που έχει γίνει τα προηγούμενα χρόνια.
Αναφερόμενος στην παγκόσμια εικόνα του κλάδου, ο καθηγητής υπογράμμισε ότι η ελαιοκομία βρίσκεται σε μια περίοδο μετάβασης. Η κλιματική κρίση, η λειψυδρία, η παραγωγική αστάθεια, η μείωση της παραγωγής σε παραδοσιακές ελαιοπαραγωγικές χώρες και οι γεωπολιτικές εντάσεις δημιουργούν ένα σύνθετο περιβάλλον, το οποίο απαιτεί γρήγορη προσαρμογή από τους παραγωγούς και τις επιχειρήσεις.
Στην περίπτωση της Ελλάδας και ειδικότερα της Λέσβου, πρόσθεσε ότι τα προβλήματα γίνονται ακόμη πιο έντονα λόγω της γήρανσης του αγροτικού πληθυσμού, της έλλειψης εργατικών χεριών, του μικρού και κατακερματισμένου κλήρου και του υψηλού κόστους παραγωγής που χαρακτηρίζει τον παραδοσιακό ελαιώνα.
Παρά τις δυσκολίες, ο κ. Θωμαΐδης εκτιμά ότι οι συνθήκες δημιουργούν σημαντικές ευκαιρίες για τη Λέσβο. Υπενθύμισε ότι η επιστημονική έρευνα των τελευταίων ετών τεκμηρίωσε την εξαιρετική ποιότητα του ελαιολάδου του Βορείου Αιγαίου και ιδιαίτερα της Λέσβου, αναδεικνύοντας τα μοναδικά χαρακτηριστικά της ποικιλίας Κολοβή. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, περίπου το 70% της παραγωγής του νησιού κατατάσσεται στην κατηγορία του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου υψηλής ποιότητας.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι το μεγαλύτερο λάθος θα ήταν η διάθεση αυτού του προϊόντος ως χύμα. Όπως τόνισε, η προστιθέμενη αξία πρέπει να παραμένει στον παραγωγό μέσω της τυποποίησης, της εξωστρέφειας και της πρόσβασης σε αγορές υψηλής αξίας που αναζητούν ποιοτικά και αυθεντικά προϊόντα.
Ο καθηγητής του ΕΚΠΑ υπογράμμισε ότι ο παραδοσιακός ελαιώνας δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ξεπερασμένο μοντέλο. Αντίθετα, θεωρεί ότι μπορεί να αποτελέσει μέρος της απάντησης στην κλιματική κρίση, καθώς διατηρεί τη βιοποικιλότητα, προστατεύει το έδαφος και συμβάλλει στη βιωσιμότητα του αγροτικού περιβάλλοντος.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η νέα τεχνολογία μπορεί και πρέπει να ενσωματωθεί στην παραγωγική διαδικασία. Αισθητήρες, συστήματα παρακολούθησης του εδάφους και των δέντρων και εργαλεία ψηφιακής γεωργίας μπορούν να βοηθήσουν τους παραγωγούς να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και να βελτιώσουν την αποδοτικότητα των εκμεταλλεύσεών τους.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην έννοια της ποιότητας του ελαιολάδου. Όπως εξήγησε, η ποιότητα δεν περιορίζεται μόνο στα χημικά χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, αλλά περιλαμβάνει τη γεύση, τα αρώματα, τη βιοποικιλότητα, την ιστορία και τον τόπο προέλευσής του.
Στην περίπτωση της Λέσβου, υπογράμμισε ότι η μοναδική ποικιλία Κολοβή παράγει ελαιόλαδο με υψηλά ποσοστά ελαϊκού οξέος, βιταμίνης Ε, σκουαλενίου και άλλων αντιοξειδωτικών ουσιών που συνδέονται με την προστασία της ανθρώπινης υγείας. Παράλληλα, σημείωσε ότι ο λεσβιακός ελαιώνας κουβαλά μια ιστορία χιλιάδων ετών και ένα μοναδικό οικοσύστημα, στοιχεία που αποτυπώνονται ακόμη και στη χημική σύσταση του προϊόντος.
Ο Νίκος Θωμαΐδης στάθηκε ιδιαίτερα στη διαφορά μεταξύ του παραδοσιακού λεσβιακού ελαιώνα και των υπερεντατικών καλλιεργειών που αναπτύσσονται σε άλλες χώρες. Όπως ανέφερε, ακόμη και οι Ισπανοί επιστήμονες που συμμετείχαν στο συνέδριο αναγνώρισαν ότι η εντατικοποίηση της παραγωγής οδηγεί σε προϊόν διαφορετικών ποιοτικών χαρακτηριστικών.
Κατά την άποψή του, η Λέσβος δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τις μεγάλες παραγωγικές χώρες σε όγκο παραγωγής ή σε χαμηλό κόστος. Μπορεί όμως να πρωταγωνιστήσει σε εξειδικευμένες αγορές που αναζητούν προϊόντα συνδεδεμένα με την υγεία, την ευεξία, την αυθεντικότητα και την υψηλή γαστρονομία.
Κλείνοντας, ο καθηγητής έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη συνεργασίας και οργάνωσης του παραγωγικού κόσμου. Υποστήριξε ότι οι ομάδες παραγωγών και οι συνεταιριστικές πρωτοβουλίες μπορούν να αποκτήσουν ισχυρότερη διαπραγματευτική δύναμη, να επενδύσουν σε καινοτόμο μάρκετινγκ και να διεκδικήσουν καλύτερες θέσεις στις διεθνείς αγορές.
Το μήνυμα που έστειλε προς τους περίπου 20.000 ελαιοπαραγωγούς της Λέσβου ήταν σαφές. Το νησί διαθέτει ένα εξαιρετικό προϊόν με ισχυρή επιστημονική τεκμηρίωση, μοναδικά ποιοτικά χαρακτηριστικά και σημαντικές προοπτικές. Η αξιοποίηση αυτού του πλεονεκτήματος, όπως είπε, προϋποθέτει ενιαία στρατηγική, συνεργασία και στροφή προς την τυποποίηση και τις αγορές υψηλής προστιθέμενης αξίας.