
Σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, οι δαπάνες δεν αναγνωρίστηκαν φορολογικά και προστέθηκαν στα φορολογητέα κέρδη της εταιρείας.
Την απόρριψη ενδικοφανούς προσφυγής μεγάλης εταιρείας που δραστηριοποιείται στην Ελλάδα και ανήκει σε πολυεθνικό όμιλο αποφάσισε η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ, επικυρώνοντας πρόσθετους φόρους και πρόστιμα συνολικού ύψους άνω των 316.000 ευρώ για τις χρήσεις 2019 και 2020. Στο επίκεντρο της υπόθεσης βρέθηκαν ενδοομιλικές χρεώσεις για υπηρεσίες προμηθειών από συνδεδεμένη εταιρεία του εξωτερικού, τις οποίες οι φορολογικές αρχές έκριναν ότι δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς πως παρείχαν πραγματικό όφελος στην ελληνική εταιρεία.
Η υπόθεση αφορά δαπάνες που καταβλήθηκαν σε αλλοδαπή συνδεδεμένη εταιρεία του ίδιου ομίλου για υπηρεσίες διαμεσολάβησης στην προμήθεια πρώτων υλών. Σύμφωνα με τα στοιχεία της απόφασης, η συνδεδεμένη εταιρεία χρέωνε αμοιβή ίση με το 3% του κόστους των αγορών υλικών που πραγματοποιούνταν από τρίτους προμηθευτές. Το ύψος των σχετικών χρεώσεων ανήλθε σε 399.137,79 ευρώ για το 2019 και σε 655.243,24 ευρώ για το 2020, με το συνολικό ποσό να ξεπερνά το 1 εκατ. ευρώ.
Κατά τον φορολογικό έλεγχο, το Κέντρο Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (ΚΕΜΕΦ) έκρινε ότι η εταιρεία δεν απέδειξε επαρκώς ότι οι συγκεκριμένες υπηρεσίες πραγματοποιήθηκαν προς το συμφέρον της, όπως απαιτεί το άρθρο 22 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος. Ως αποτέλεσμα, οι δαπάνες δεν αναγνωρίστηκαν φορολογικά και προστέθηκαν στα φορολογητέα κέρδη της εταιρείας.
Η εταιρεία υποστήριξε ότι η κεντρικοποίηση των προμηθειών σε επίπεδο ομίλου της παρείχε σημαντικά πλεονεκτήματα, όπως καλύτερες τιμές μέσω οικονομιών κλίμακας, αποτελεσματικότερη διαχείριση των προμηθειών και βελτίωση της ποιότητας των τελικών προϊόντων. Για να στηρίξει τους ισχυρισμούς της, προσκόμισε συμβάσεις, στοιχεία αγορών, πίνακες προσωπικού και υπολογισμούς των σχετικών αμοιβών.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη ΔΕΔ, τα στοιχεία που κατατέθηκαν δεν κρίθηκαν επαρκή για να αποδείξουν την πραγματική εμπλοκή της αλλοδαπής εταιρείας στις συγκεκριμένες αγορές ούτε το όφελος που προέκυψε για την ελληνική επιχείρηση. Η απόφαση επισημαίνει ότι δεν προσκομίστηκαν αναλυτικά δεδομένα που να συνδέουν συγκεκριμένες αγορές με τις υπηρεσίες που φέρεται να παρείχε η συνδεδεμένη εταιρεία, ούτε στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον τρόπο υπολογισμού της αμοιβής του 3%. Επιπλέον, στα τιμολόγια δεν υπήρχε αναλυτική περιγραφή των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν, ενώ δεν κατέστη δυνατή η αντιστοίχιση των συμβάσεων προμηθειών με πραγματικές αγορές κατά τις ελεγχόμενες χρήσεις.
Καθοριστικό ρόλο στην κρίση της φορολογικής διοίκησης έπαιξε το λεγόμενο «benefit test», μία βασική αρχή των κατευθυντήριων γραμμών του ΟΟΣΑ για τις ενδοομιλικές συναλλαγές. Σύμφωνα με αυτήν, για να αναγνωριστεί φορολογικά μια ενδοομιλική υπηρεσία πρέπει να αποδεικνύεται ότι δημιουργεί πραγματική προστιθέμενη αξία και συγκεκριμένο όφελος για την εταιρεία που την λαμβάνει. Η ΔΕΔ έκρινε ότι στην προκειμένη περίπτωση το όφελος αυτό δεν αποδείχθηκε επαρκώς.
Με βάση τα ευρήματα του ελέγχου, καταλογίστηκε φόρος εισοδήματος 95.793 ευρώ και πρόστιμο 23.948 ευρώ για το 2019, ενώ για το 2020 επιβλήθηκε φόρος 157.258 ευρώ και πρόστιμο 39.314 ευρώ. Το συνολικό ποσό που καλείται να καταβάλει η εταιρεία ανέρχεται σε περίπου 316.000 ευρώ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι πρόκειται για υπόθεση με πλούσιο ιστορικό. Η ΔΕΔ αναφέρει ότι παρόμοιες ενδοομιλικές χρεώσεις της ίδιας εταιρείας είχαν εξεταστεί και για τις χρήσεις 2016, 2017 και 2018, με τις φορολογικές αρχές να καταλήγουν και τότε στο ίδιο συμπέρασμα, δηλαδή στη μη αναγνώριση της σχετικής δαπάνης. Μάλιστα, μία από τις προηγούμενες υποθέσεις έχει ήδη οδηγηθεί στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει εκδοθεί οριστική δικαστική απόφαση.
Dnews.gr/Θανάσης Κουκάκης