
Η Ελλάδα βρίσκεται ξανά στην πιο σκοτεινή γωνιά των ευρωπαϊκών συγκρίσεων, αυτή τη φορά με βάση το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, έναν δείκτη που αποτυπώνει με μεγαλύτερη ακρίβεια το πραγματικό βιοτικό επίπεδο. Παρά τους πανηγυρισμούς της κυβέρνησης για την πορεία της οικονομίας και τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, η χώρα κατατάσσεται προτελευταία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ξεπερνώντας μόνο τη Βουλγαρία. Η εικόνα αυτή δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών και διαλύει το αφήγημα της δήθεν ευημερίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής από την έκδοση «Η Ελλάς με Αριθμούς», το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης διαμορφώνεται μόλις στο 70% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται για ένα ποσοστό που αποτυπώνει με ωμό τρόπο την απόσταση της χώρας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καθώς το μέσο εισόδημα παραμένει περίπου 30% χαμηλότερο. Την ίδια στιγμή χώρες του πρώην Ανατολικού μπλοκ, που για δεκαετίες παρουσιάζονταν ως ουραγοί της Ευρώπης, έχουν πλέον προσπεράσει την Ελλάδα, αφήνοντάς την να ασθμαίνει οικονομικά και κοινωνικά.
Πίσω από τους αριθμούς κρύβεται μια πραγματικότητα που βιώνει καθημερινά ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Πάνω από 25% του πληθυσμού ζει στα όρια της φτώχειας, ενώ η ακρίβεια στα βασικά είδη διατροφής και στη στέγαση επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα φτωχά και τα μεσαία νοικοκυριά. Το κόστος ζωής αυξάνεται, οι μισθοί δεν ακολουθούν και οι ανισότητες βαθαίνουν. Το αποτέλεσμα είναι χιλιάδες οικογένειες να στερούνται βασικά υλικά αγαθά και υπηρεσίες, την ώρα που η κυβέρνηση επιλέγει να προβάλλει δημοσιονομικές επιδόσεις αποκομμένες από την κοινωνική πραγματικότητα.
Η σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι αποκαλυπτική. Η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από τη Λετονία, τη Σλοβακία, την Κροατία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία, την Εσθονία και την Πολωνία, χώρες που τα προηγούμενα χρόνια κατάφεραν να βελτιώσουν ουσιαστικά το βιοτικό επίπεδο των πολιτών τους. Στον αντίποδα, οικονομίες όπως του Λουξεμβούργου, της Ιρλανδίας, της Ολλανδίας, της Δανίας και της Αυστρίας κινούνται πολύ πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αποδεικνύοντας ότι η ανάπτυξη μπορεί να μεταφραστεί σε πραγματική ευημερία όταν υπάρχει πολιτική βούληση και κοινωνικός προσανατολισμός.
Οι μονάδες αγοραστικής δύναμης δεν είναι ένας αφηρημένος στατιστικός δείκτης. Αποτυπώνουν πόσα αγαθά και υπηρεσίες μπορεί πραγματικά να αγοράσει ένας πολίτης με το εισόδημά του, λαμβάνοντας υπόψη το κόστος ζωής σε κάθε χώρα. Με απλά λόγια δείχνουν αν τα χρήματα φτάνουν ή όχι. Και σε αυτή τη σύγκριση η Ελλάδα καταγράφει μια από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρώπη, στοιχείο που επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό αλλά δομικό.
Η ευθύνη βαραίνει ξεκάθαρα την κυβερνητική πολιτική. Η εμμονή στη συσσώρευση πρωτογενών πλεονασμάτων, η απουσία ουσιαστικών παρεμβάσεων για την αύξηση των μισθών, η αδυναμία ελέγχου της ακρίβειας και η επιλογή ενός αναπτυξιακού μοντέλου που ευνοεί λίγους και ισχυρούς, έχουν οδηγήσει τη χώρα σε κοινωνική στασιμότητα. Μετά από 8 χρόνια μνημονίων, δραματικές περικοπές μισθών και συντάξεων και μια πενταετία εκρηκτικής ακρίβειας, η ελληνική κοινωνία πληρώνει ακόμη το τίμημα.
Η εικόνα της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό χάρτη δεν είναι απλώς απογοητευτική, είναι κατηγορητήριο. Δείχνει ότι πίσω από τα κυβερνητικά δελτία τύπου και τις δηλώσεις περί επιτυχίας, κρύβεται μια κοινωνία που φτωχοποιείται και μια οικονομία που δεν υπηρετεί τους πολλούς. Όσο η κυβέρνηση αρνείται να δει αυτή την πραγματικότητα και συνεχίζει να επενδύει σε μια επίπλαστη ευημερία, η χώρα θα παραμένει στον πάτο της Ευρώπης, με τους πολίτες να πληρώνουν το κόστος μιας πολιτικής που απέτυχε.