
Την ανάγκη ο νέος αναπτυξιακός σχεδιασμός του Βορείου Αιγαίου να απαντήσει σε συγκεκριμένα προβλήματα των νησιών, από τις πλημμύρες και τη λειψυδρία έως την εγκατάλειψη των χωριών, θέτει ο επικεφαλής της περιφερειακής παράταξης «ΝΕΑ ΔΥΝΑΜΙΚΗ», Θεόδωρος Βαλσαμίδης. Με παρέμβασή του στο πλαίσιο της διατύπωσης απόψεων για τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του Περιφερειακού Προγράμματος Ανάπτυξης Βορείου Αιγαίου 2026–2030, καταθέτει δέκα προτάσεις που συνδέουν την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος με την παραγωγή, τις υποδομές και την παραμονή των κατοίκων στον τόπο τους.
Όπως επισημαίνει, το Περιφερειακό Πρόγραμμα Ανάπτυξης αποτελεί χρηματοδοτικό εργαλείο εθνικών πόρων, συμπληρωματικό προς το ΕΣΠΑ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει, για την περίοδο 2021–2025 οι διαθέσιμοι πόροι για το Βόρειο Αιγαίο ανέρχονταν σε 130 εκατ. ευρώ, ενώ αντίστοιχο ποσό μπορεί να αξιοποιηθεί και για την πενταετία 2026–2030. Παράλληλα, χαρακτηρίζει στοχευμένες τις παρατηρήσεις της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και ζητά να ληφθούν υπόψη στον σχεδιασμό.
Στην πρώτη γραμμή των προτάσεών του βρίσκονται τα έργα αντιπλημμυρικής προστασίας σε όλα τα νησιά. Ο κ. Βαλσαμίδης ασκεί κριτική στην πρακτική των αποσπασματικών καθαρισμών χειμάρρων την τελευταία στιγμή, υπογραμμίζοντας την ανάγκη έγκαιρων παρεμβάσεων και υποδομών στις περιοχές που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα.
Ειδική αναφορά κάνει στο λεκανοπέδιο της Καλλονής, ζητώντας έργα που θα ενισχύσουν τη θωράκισή του απέναντι στα πλημμυρικά φαινόμενα. Συνδέει, μάλιστα, την ανάγκη προετοιμασίας με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και την εκδήλωση ακραίων καιρικών φαινομένων.
Στο ίδιο πλαίσιο, προτείνει μικρά φράγματα και κατάλληλες υποδομές για τον εμπλουτισμό του υδροφόρου ορίζοντα, με στόχο την αντιμετώπιση της λειψυδρίας και την κάλυψη των αυξημένων αναγκών κατά τους θερινούς μήνες.
Ιδιαίτερο βάρος δίνει στον Άγιο Ευστράτιο, τα Ψαρά, τις Οινούσσες, τους Φούρνους, τη Θύμαινα και την Ικαρία, προτείνοντας την ενσωμάτωση ξεχωριστού αναπτυξιακού στόχου στο νέο πρόγραμμα, στη λογική της Στρατηγικής Ολοκληρωμένων Χωρικών Επενδύσεων Μικρών Νησιών.
Όπως αναφέρει, τα νησιά αυτά αντιμετωπίζουν κοινές δυσκολίες, όπως το υψηλό κόστος διαβίωσης, η πληθυσμιακή γήρανση, η υποστελέχωση των δήμων και οι ελλείψεις στις υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής φροντίδας. Στα προβλήματα προσθέτει την περιορισμένη τουριστική προσφορά και την απουσία τυποποίησης των αγροτικών προϊόντων.
Ζητούμενο, σύμφωνα με την πρότασή του, είναι να γίνουν περισσότερο ελκυστικά ως τόποι μόνιμης κατοικίας και επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αυτό προϋποθέτει στήριξη των τοπικών επιχειρήσεων, βασικές τεχνικές υποδομές, επαρκείς κοινωνικές υπηρεσίες και αξιοποίηση της τεχνολογίας για τον περιορισμό της απομόνωσης.
Την ολοκλήρωση των υποδομών διαχείρισης λυμάτων θέτει επίσης ως βασική προτεραιότητα, με ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία ευαίσθητων και προστατευόμενων περιοχών από ανεξέλεγκτες απορρίψεις.
Ο κ. Βαλσαμίδης χαρακτηρίζει αδιανόητο να παραμένουν τέτοιες εκκρεμότητες το 2026, επισημαίνοντας τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία και την υποβάθμιση περιοχών φυσικού κάλλους.
Στη διαχείριση των απορριμμάτων εστιάζει στην Ικαρία, όπου, σύμφωνα με την παρέμβασή του, απαιτούνται Χώρος Υγειονομικής Ταφής Υπολειμμάτων και Σταθμός Μεταφόρτωσης Απορριμμάτων, καθώς και κλείσιμο και αποκατάσταση των χωματερών που παραμένουν ενεργές.
Ξεχωριστή θέση στις προτάσεις καταλαμβάνει η προστασία της νησιωτικής κτηνοτροφίας, ιδιαίτερα στη Λέσβο, την οποία ο ίδιος περιγράφει ως σημαντικά πληγείσα από τον αφθώδη πυρετό.
Προτείνει χρηματοδότηση για σύγχρονες σταβλικές εγκαταστάσεις, με πρόβλεψη για ορθή διαχείριση των αποβλήτων και μέτρα προστασίας των ζώων από νοσήματα. Συνδέει έτσι την αναβάθμιση της παραγωγής με την περιβαλλοντική προστασία και την πρόληψη.
Στο ενεργειακό πεδίο, εκφράζει την αντίθεσή του στη χωροθέτηση μεγάλων αιολικών πάρκων στα νησιά. Προειδοποιεί ότι η σχεδιαζόμενη ηλεκτρική διασύνδεση δεν πρέπει να ανοίξει τον δρόμο για ανεξέλεγκτη εγκατάσταση ανεμογεννητριών και ζητά ενεργειακό χωροταξικό σχεδιασμό για κάθε νησί.
Η διάβρωση των ακτών αποτελεί ακόμη ένα πεδίο στο οποίο ζητά στοχευμένες παρεμβάσεις. Αναφέρει ενδεικτικά τη Μύρινα της Λήμνου και τη Σκάλα Ερεσού στη Λέσβο, προτείνοντας να μελετηθούν τρόποι προστασίας στις περιοχές με τα σοβαρότερα προβλήματα.
Για την αναζήτηση τεκμηριωμένων λύσεων προκρίνει τη συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και το Τμήμα Ωκεανογραφίας και Θαλασσίων Βιοεπιστημών, αξιοποιώντας την επιστημονική γνώση και τη σχετική ερευνητική δουλειά.
Παράλληλα, επαναφέρει την ανάγκη ενός ολοκληρωμένου σχεδίου προστασίας για τον Κόλπο Καλλονής. Όπως σημειώνει, πρόκειται για ένα μοναδικό οικοσύστημα της Λέσβου, για το οποίο η συζήτηση διαρκεί χρόνια χωρίς να έχει μετατραπεί στην απαιτούμενη πράξη. Υπογραμμίζει ότι την παρέμβαση ζητούν πρωτίστως οι αλιείς, των οποίων το εισόδημα εξαρτάται από τον κόλπο.
Ως σοβαρότερο μακροπρόθεσμο κίνδυνο ο κ. Βαλσαμίδης αναδεικνύει την εγκατάλειψη της νησιωτικής υπαίθρου. Η μείωση και η γήρανση του πληθυσμού, η έλλειψη εργατικών χεριών και οι χαμηλές τιμές των αγροτικών προϊόντων —με χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως αναφέρει, το ελαιόλαδο— συνθέτουν ένα πρόβλημα με κοινωνικές, παραγωγικές και περιβαλλοντικές συνέπειες.
Η παρέμβασή του καταλήγει στην ανάγκη στοχευμένων κινήτρων, δράσεων και έργων από την Πολιτεία και την Τοπική Αυτοδιοίκηση, ώστε να ανακοπεί αυτή η πορεία. Κεντρικό ζητούμενο είναι οι πόροι του νέου προγράμματος να στηρίξουν τις συνθήκες που επιτρέπουν στους κατοίκους να παραμένουν, να εργάζονται και να δημιουργούν στα νησιά, κρατώντας τα χωριά τους «ζωντανά».