
Μια δικαστική απόφαση που προκαλεί έντονο προβληματισμό και εύλογες αντιδράσεις εκδόθηκε την Τρίτη 27 Οκτωβρίου, στην υπόθεση του Πέτρου Φιλιππίδη. Η γυναίκα που είχε καταγγείλει τον γνωστό ηθοποιό για βιασμό κατ’ εξακολούθηση βρέθηκε η ίδια στο εδώλιο και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης δώδεκα μηνών, με τριετή αναστολή.
Η καταδίκη της ήρθε ύστερα από μήνυση που είχε υποβάλει εναντίον της ο Πέτρος Φιλιππίδης για ψευδή καταμήνυση και ψευδή κατάθεση, καθώς ο ηθοποιός είχε αθωωθεί για τη συγκεκριμένη καταγγελία.
Το στοιχείο που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό είναι ότι ο εισαγγελέας είχε εισηγηθεί την αθώωση της γυναίκας, εκτιμώντας πως δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την ενοχή της. Παρ’ όλα αυτά, το δικαστήριο αποφάσισε διαφορετικά, αναγνωρίζοντάς της το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου.
Η ανακοίνωση της απόφασης προκάλεσε ένταση στην αίθουσα, με γυναίκα από το ακροατήριο να φωνάζει «Ντροπή!».
Ο πρόεδρος του δικαστηρίου υπερασπίστηκε την απόφασή του, υποστηρίζοντας ότι έκρινε σύμφωνα με τη συνείδησή του και αναγνωρίζοντας ότι, ως άνθρωπος, μπορεί να κάνει λάθος.
Μια απόφαση με επικίνδυνο κοινωνικό μήνυμα
Πέρα από τη δικαστική διάσταση, η συγκεκριμένη εξέλιξη δημιουργεί ένα σοβαρό κοινωνικό ζήτημα. Τι μήνυμα λαμβάνει μια γυναίκα που σκέφτεται να καταγγείλει σεξουαλική κακοποίηση, όταν βλέπει ότι μια καταγγέλλουσα μπορεί τελικά να βρεθεί η ίδια αντιμέτωπη με ποινική καταδίκη;
Η αθώωση ενός κατηγορουμένου αποτελεί θεμελιώδη αρχή της Δικαιοσύνης και οφείλει να γίνεται απολύτως σεβαστή. Ωστόσο, η αθώωση δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η καταγγελία που προηγήθηκε ήταν ψευδής. Πρόκειται για δύο διαφορετικά ζητήματα, τα οποία δεν πρέπει να συγχέονται.
Ακριβώς γι' αυτό, η καταδίκη μιας γυναίκας που είχε προσφύγει στη Δικαιοσύνη για να καταγγείλει βιασμό, και μάλιστα παρά την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, γεννά εύλογα ερωτήματα και ανησυχίες.
Σε μια κοινωνία όπου τα θύματα σεξουαλικής βίας συχνά δυσκολεύονται να μιλήσουν, φοβούμενα την αμφισβήτηση, τη δημόσια έκθεση και τον στιγματισμό, τέτοιες αποφάσεις ενδέχεται να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για άλλες γυναίκες.
Η Δικαιοσύνη οφείλει ασφαλώς να προστατεύει τόσο το τεκμήριο αθωότητας όσο και τους πολίτες από εν γνώσει ψευδείς καταγγελίες. Οφείλει όμως εξίσου να διασφαλίζει ότι όσοι καταγγέλλουν περιστατικά σεξουαλικής βίας δεν θα φοβούνται πως η αναζήτηση δικαίωσης μπορεί να μετατραπεί σε μια νέα, επώδυνη δικαστική περιπέτεια.
Το ερώτημα, τελικά, δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη γυναίκα. Αφορά κάθε άνθρωπο που προσπαθεί να βρει το θάρρος να μιλήσει. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό πίσω από μια τέτοια απόφαση.