
Τους βλέπω να κατεβαίνουν από το πλοίο που τους έφερε στη Μυτιλήνη από την Κρήτη. Άνθρωποι αδύνατοι, ταλαιπωρημένοι, με αφρόντιστα ρούχα. Αρκετοί χωρίς παπούτσια. Οι περισσότεροι χωρίς δεύτερη αλλαξιά.
Δεν ξέρω τα ονόματά τους. Δεν ξέρω από ποιες χώρες έφυγε ο καθένας ούτε τι ακριβώς άφησε πίσω του. Ξέρω μόνο αυτό που βλέπω μπροστά μου. «Κρίμα είναι», σκέφτομαι. «Κάποιος πρέπει να τους φροντίσει». Δίπλα μου, ένας άνδρας έχει έτοιμη την απάντηση.
«Αν τους θέλεις, πάρ’ τους στο σπίτι σου».
Λίγο πιο πέρα, μια γυναίκα φωνάζει πως είναι μουσουλμάνοι, πως θα μας σφάξουν, πως θα μας πάρουν τα σπίτια και τον τόπο μας.
Δεν απαντώ. Απομακρύνομαι και συνεχίζω να σκέφτομαι.
Η Ελλάδα είναι μια μικρή χώρα. Δυσκολεύεται να στηρίξει ακόμη και τους δικούς της ανθρώπους. Η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά, τα νοσοκομεία και τα σχολεία έχουν προβλήματα, οι νέοι φεύγουν στο εξωτερικό. Πώς μπορεί να σηκώσει στις πλάτες της ένα ζήτημα τέτοιου μεγέθους;
Δεν είναι παράλογο το ερώτημα. Ούτε είναι λάθος να ζητά κανείς έλεγχο, κανόνες και μια σοβαρή μεταναστευτική πολιτική. Άλλο όμως αυτό και άλλο να κοιτάζεις έναν ξυπόλυτο άνθρωπο και να αποφασίζεις, χωρίς να ξέρεις τίποτα γι’ αυτόν, ότι ήρθε για να σου πάρει το σπίτι.
«Ποιος τους κάλεσε; Γιατί ήρθαν; Ας κάθονταν στις χώρες τους», ακούγεται συχνά.
Γιατί ήρθαν, αλήθεια;
Ζούσαν άραγε σε βίλες και παλάτια και μια μέρα αποφάσισαν να τα εγκαταλείψουν, να περάσουν ερήμους, σύνορα, φυλακές διακινητών και θάλασσες, μόνο και μόνο για να κατακτήσουν την Ευρώπη;
Οι άνθρωποι που φτάνουν από την Αφρική δεν έχουν όλοι την ίδια ιστορία. Ούτε είναι όλοι πρόσφυγες με τη νομική έννοια του όρου. Άλλοι φεύγουν από πολέμους και διώξεις και άλλοι από τη φτώχεια, την πείνα, την ανεργία ή την πλήρη απουσία προοπτικής. Υπάρχουν και άνθρωποι που εγκαταλείπουν τον τόπο τους επειδή δεν μπορούν πλέον να εξασφαλίσουν ούτε τα στοιχειώδη για τα παιδιά τους.
Στο Σουδάν ο πόλεμος έχει ξεριζώσει εκατομμύρια ανθρώπους. Στην Ερυθραία, πολλοί νέοι προσπαθούν να ξεφύγουν από ένα αυταρχικό καθεστώς και μια στρατιωτική θητεία χωρίς καθορισμένο τέλος. Στη Σομαλία, στο Νότιο Σουδάν και σε περιοχές του Σαχέλ, οι ένοπλες συγκρούσεις, οι επιθέσεις και η ανασφάλεια αποτελούν μέρος της καθημερινότητας.
Στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, οι συγκρούσεις συνεχίζονται εδώ και δεκαετίες. Στην Αιθιοπία, στο Καμερούν, στη Σιέρα Λεόνε, στη Σενεγάλη ή στην Αίγυπτο, οι λόγοι της φυγής μπορεί να είναι διαφορετικοί. Πολιτικές διώξεις, τοπικές συγκρούσεις, φτώχεια, ανεργία, ξηρασία και έλλειψη στοιχειωδών υποδομών μπλέκονται συχνά μεταξύ τους.
Και ύστερα έρχεται το ταξίδι. Για πολλούς περνά μέσα από τη Σαχάρα και τη Λιβύη. Εκεί μπορεί να μείνουν για μήνες κρατούμενοι από διακινητές, να κακοποιηθούν, να εξαναγκαστούν να εργαστούν ή να ζητήσουν χρήματα από τις οικογένειές τους για να αφεθούν ελεύθεροι. Στη συνέχεια μπαίνουν σε μια βάρκα, χωρίς να γνωρίζουν αν θα φτάσουν στην απέναντι ακτή.
Δεν το κάνουν επειδή αγαπούν τη θάλασσα, αλλά επειδή, εκείνη τη στιγμή, η βάρκα τούς φαίνεται λιγότερο επικίνδυνη από τη ζωή που αφήνουν πίσω.
Ύστερα ακούω τη λέξη «μουσουλμάνοι» να χρησιμοποιείται σχεδόν ως κατηγορία. Όμως ούτε όλοι οι άνθρωποι που έρχονται από την Αφρική είναι μουσουλμάνοι ούτε μια θρησκεία αρκεί για να περιγράψει έναν άνθρωπο και τις προθέσεις του. Ανάμεσά τους υπάρχουν μουσουλμάνοι, χριστιανοί και άνθρωποι που ακολουθούν άλλες θρησκευτικές παραδόσεις. Υπάρχουν οικογένειες, παιδιά, νέοι που θέλουν να σπουδάσουν και γονείς που θέλουν απλώς να δουν τα παιδιά τους να μεγαλώνουν με ασφάλεια.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα μπορεί να τους κρατήσει όλους. Δεν μπορεί. Ούτε η Λέσβος μπορεί να μετατρέπεται κάθε φορά στην αποθήκη ενός προβλήματος που αφορά ολόκληρη την Ευρώπη. Χρειάζονται κανόνες, δίκαιη κατανομή των ευθυνών, γρήγορες διαδικασίες ασύλου και ασφαλείς επιλογές για όσους δεν δικαιούνται προστασία.
Μέχρι να γίνουν όμως όλα αυτά, οι άνθρωποι που φτάνουν εδώ χρειάζονται νερό, φαγητό, παπούτσια, καθαρά ρούχα και έναν γιατρό. Όχι επειδή κάποιος είναι υπέρ ή κατά της μετανάστευσης, αλλά επειδή αυτά είναι τα απολύτως στοιχειώδη.
Πριν από πολλές δεκαετίες, σε μια σχολική έκθεση, είχα γράψει ότι όλα ξεκινούν από την εκπαίδευση. Εξακολουθώ να το πιστεύω.
Εκπαίδευση στις χώρες από τις οποίες φεύγουν, ώστε τα παιδιά να έχουν σχολεία, γνώσεις και έναν λόγο να μείνουν στον τόπο τους. Στο Σουδάν, σχεδόν τα μισά σχολικά κτίρια δεν λειτουργούν πλέον και τουλάχιστον οκτώ εκατομμύρια παιδιά βρίσκονται εκτός σχολείου Εκπαίδευση όμως και στις δικές μας κοινωνίες, ώστε να μη θεωρούμε κάθε φτωχό άνθρωπο εγκληματία και κάθε μουσουλμάνο εν δυνάμει δολοφόνο.
Δεν έχω εύκολη απάντηση για το μεταναστευτικό. Δεν νομίζω ότι υπάρχει εύκολη απάντηση. Ξέρω όμως ότι το να φωνάζουμε σε ανθρώπους που μόλις κατέβηκαν ξυπόλυτοι από ένα πλοίο δεν λύνει τίποτα.
Ίσως, λοιπόν, πριν ρωτήσουμε «ποιος τους κάλεσε;», να κάνουμε μια δεύτερη ερώτηση.
Τι συνέβη στη ζωή αυτών των ανθρώπων, ώστε να μην μπορούν πια να μείνουν στα σπίτια τους;