
Η απώλεια ακοής δεν είναι απλώς μια δυσκολία να ακούσουμε καθαρά μια συζήτηση ή να παρακολουθήσουμε την τηλεόραση. Είναι ένα πρόβλημα υγείας που μπορεί να επηρεάσει βαθιά την καθημερινότητα, τις ανθρώπινες σχέσεις, την επαγγελματική ζωή και την ψυχολογία ενός ανθρώπου. Κι όμως, χιλιάδες άνθρωποι εξακολουθούν να αγνοούν τα πρώτα σημάδια της βαρηκοΐας, είτε επειδή δυσκολεύονται να αποδεχθούν το πρόβλημα είτε επειδή φοβούνται την κοινωνική προκατάληψη και το κόστος της αντιμετώπισής του.
Για όλα αυτά μίλησε στο «Ν» ο Μάνος Ερωτοκριτάκης, MSc Ακουολόγος, ο οποίος βρίσκεται στη Μυτιλήνη με αφορμή το τριήμερο δράσεων «Δώσε ξανά ήχο στις στιγμές», που πραγματοποιείται στις 5, 6 και 7 Νοεμβρίου στο Medical Shop Πατερέλλης.
Η πρωτοβουλία περιλαμβάνει δωρεάν ελέγχους ακοής κατόπιν ραντεβού, καθώς και ενημέρωση για την πρόληψη, τη βαρηκοΐα και τις σύγχρονες δυνατότητες αποκατάστασης της ακοής.
Ο κ. Ερωτοκριτάκης ανέφερε πως η απώλεια ακοής αποτελεί ένα πολύ πιο διαδεδομένο πρόβλημα από όσο πιστεύουμε.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε, περίπου το 15% του πληθυσμού αντιμετωπίζει κάποια μορφή απώλειας ακοής, από ήπια έως σοβαρή, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό παρουσιάζει μεγαλύτερου βαθμού δυσκολίες.
«Η ακοή δεν είναι κάτι που πρέπει να θεωρούμε δεδομένο. Η βαρηκοΐα δεν αφορά μόνο τις μεγαλύτερες ηλικίες, αφορά όλες τις ηλικίες», υπογράμμισε.
Μάλιστα, αναφέρθηκε και σε περιπτώσεις παιδιών με συγγενή απώλεια ακοής, στα οποία έχει συμμετάσχει στη διαδικασία αποκατάστασης, θέλοντας να αναδείξει ότι το συγκεκριμένο πρόβλημα μπορεί να εμφανιστεί από τη γέννηση.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι η απώλεια ακοής συχνά περνά απαρατήρητη, ακόμη και από το ίδιο το άτομο που την αντιμετωπίζει.
Σε αντίθεση με άλλες δυσκολίες υγείας, όπως μια κινητική ή οπτική αναπηρία, η βαρηκοΐα δεν είναι πάντοτε εμφανής.
«Η απώλεια ακοής για μένα είναι μια κρυφή πάθηση», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι πολλοί άνθρωποι παραμελούν το πρόβλημα για χρόνια.
Οι συνέπειες, ωστόσο, δεν περιορίζονται στην αδυναμία να ακούσει κάποιος καλά.
Η δυσκολία επικοινωνίας μπορεί να οδηγήσει σε απομάκρυνση από φίλους και κοινωνικές δραστηριότητες, σε αισθήματα μοναξιάς και σε σημαντική ψυχολογική επιβάρυνση.
Παράλληλα, ο ακουολόγος αναφέρθηκε στη συσχέτιση της απώλειας ακοής με τη γνωσιακή έκπτωση, ιδιαίτερα στους ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας, επισημαίνοντας τη σημασία της έγκαιρης διερεύνησης και αντιμετώπισης.
Ο κ. Ερωτοκριτάκης περιέγραψε περιπτώσεις ανθρώπων που δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με συναδέλφους ή πελάτες και τελικά έρχονται αντιμέτωποι ακόμη και με συμπεριφορές υποτίμησης ή εκφοβισμού. Όπως εξήγησε, μέσα από την εμπειρία του έχει ακούσει πολλές φορές παράπονα από ανθρώπους που αισθάνονται ότι αντιμετωπίζονται διαφορετικά επειδή δεν ακούν καλά.
«Έχω πάρα πολλούς ασθενείς που μου έχουν παραπονεθεί ότι επειδή δεν ακούνε καλά, τους κοροϊδεύουν, τους αγνοούν ή δεν τους εμπιστεύονται επαγγελματικά όσο τους συναδέλφους τους», ανέφερε.
Η κατάσταση αυτή μπορεί σταδιακά να οδηγήσει έναν άνθρωπο στο να αποφεύγει συζητήσεις, συναντήσεις και κοινωνικές συναναστροφές, επιλέγοντας την απομόνωση προκειμένου να μη βρεθεί σε δύσκολη θέση.
Γιατί όμως κάποιος που γνωρίζει ότι δεν ακούει καλά εξακολουθεί να αποφεύγει τον ειδικό; Σύμφωνα με τον κ. Ερωτοκριτάκη, ένας από τους σημαντικότερους λόγους είναι η κοινωνική προκατάληψη. «Ο κυριότερος λόγος που ακούω συνήθως είναι το ταμπού», σημείωσε.
Πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να αποδεχθούν ότι χρειάζονται ακουστικά βαρηκοΐας, κυρίως επειδή φοβούνται ότι θα φαίνονται και ότι οι γύρω τους θα τους αντιμετωπίζουν διαφορετικά.
Ωστόσο, όπως εξήγησε, η τεχνολογία έχει προχωρήσει σημαντικά. Τα σύγχρονα ακουστικά είναι πλέον πολύ μικρότερα και διακριτικότερα, ενώ υπάρχουν διαφορετικές επιλογές ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ανθρώπου.
«Εν έτει 2026 δεν θα πρέπει να υπάρχει ένα τέτοιο ταμπού», υπογράμμισε, τονίζοντας ότι η υγεία και η ποιότητα ζωής πρέπει να βρίσκονται πάνω από οποιαδήποτε αισθητική ανησυχία.
Σύφωνα με τον MSc Ακουολόγο Μάνο Ερωτοκριτάκη ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα, που συχνά απογοητεύει τους ανθρώπους οι οποίοι αποφασίζουν τελικά να χρησιμοποιήσουν ακουστικά βαρηκοΐας είναι η λανθασμένη ρύθμισή τους.
Όπως εξήγησε, ένας από τους κυριότερους λόγους για τους οποίους τα ακουστικά δεν αποδίδουν τα αναμενόμενα αποτελέσματα δεν είναι απαραίτητα η ποιότητα ή η τεχνολογία τους, αλλά το γεγονός ότι δεν έχουν ρυθμιστεί σωστά, σύμφωνα με τις πραγματικές ανάγκες ακοής του χρήστη.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη μέθοδο REM (Real Ear Measurement), δηλαδή τη μέτρηση της απόδοσης του ακουστικού μέσα στο αυτί του ίδιου του χρήστη. Πρόκειται για μια αντικειμενική μέθοδο επαλήθευσης της ρύθμισης, η οποία επιτρέπει στον ειδικό να ελέγχει με ακρίβεια τον ήχο που φτάνει στο τύμπανο και να προσαρμόζει ανάλογα το ακουστικό.
Σύμφωνα με τον ίδιο, με τη συγκεκριμένη διαδικασία μπορεί να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα ακόμη και από την πρώτη ρύθμιση, περιορίζοντας την ταλαιπωρία και την απογοήτευση του χρήστη.
Ο ακουολόγος εξήγησε ότι η μακροχρόνια παραμέληση της βαρηκοΐας μπορεί να δυσκολέψει τη διαδικασία αποκατάστασης και την προσαρμογή στα ακουστικά βοηθήματα.
Όπως ανέφερε, έχει συναντήσει ανθρώπους που καθυστέρησαν τόσο πολύ να αναζητήσουν βοήθεια, ώστε η αντιμετώπιση του προβλήματος έγινε δυσκολότερη. «Όσο αργότερα, τόσο χειρότερα», δήλωσε.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις εμβοές, δηλαδή στα βουητά ή σφυρίγματα που μπορεί να ακούει κάποιος χωρίς να υπάρχει εξωτερική πηγή ήχου. Πολλές φορές, όπως εξήγησε, οι άνθρωποι επισκέπτονται έναν ειδικό εξαιτίας αυτών των ενοχλήσεων και στη συνέχεια διαπιστώνεται ότι συνυπάρχει κάποιος βαθμός απώλειας ακοής. Οι επίμονες εμβοές χρειάζονται αξιολόγηση, καθώς μπορεί να έχουν διαφορετικές αιτίες και δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι υπάρχει βαρηκοΐα.
Πέρα από την προκατάληψη, ο κ. Ερωτοκριτάκης αναγνώρισε ότι το οικονομικό αποτελεί έναν ακόμη λόγο για τον οποίο αρκετοί άνθρωποι αναβάλλουν την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Τα σύγχρονα ακουστικά βαρηκοΐας μπορεί να έχουν σημαντικό κόστος, παρότι υπάρχουν επιλογές σε διαφορετικές κατηγορίες τιμών. Ωστόσο, επισήμανε ότι πρόκειται για βοηθήματα που μπορούν να χρησιμοποιούνται για αρκετά χρόνια, με την κατάλληλη φροντίδα και παρακολούθηση.
Κυρίως, όμως, στάθηκε στο όφελος που μπορεί να έχει η βελτίωση της ακοής στην ποιότητα ζωής ενός ανθρώπου. Όπως είπε, το οικονομικό κόστος πρέπει να αξιολογείται σε σχέση με τις δυσκολίες στην επικοινωνία, την κοινωνική απομόνωση και την ψυχολογική επιβάρυνση που μπορεί να προκαλέσει η μακροχρόνια βαρηκοΐα.
Η έγκαιρη αναγνώριση του προβλήματος, η κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση και η εξατομικευμένη αντιμετώπιση μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη βελτίωση της καθημερινότητας.
Γιατί η καλή ακοή δεν σημαίνει μόνο να ακούμε τους ήχους γύρω μας. Σημαίνει να συμμετέχουμε στις συζητήσεις, να επικοινωνούμε με τους ανθρώπους μας και να μη χάνουμε τις μικρές, πολύτιμες στιγμές της ζωής.