
Έντονες αντιδράσεις έχει προκαλέσει στο Γυμνάσιο Παμφίλων η επιχειρούμενη συγχώνευση των δύο υφιστάμενων τμημάτων της Β΄ τάξης σε ένα ενιαίο τμήμα 26 μαθητών, λίγες μόλις ημέρες πριν από την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς. Ο Σύλλογος Γονέων και Κηδεμόνων του Γυμνασίου Παμφίλων καταγγέλλει ότι η αλλαγή επιχειρείται αιφνιδιαστικά, χωρίς έγκαιρη και ουσιαστική ενημέρωση, ενώ εκφράζει σοβαρές ανησυχίες για τις συνθήκες εκπαίδευσης, την υποστήριξη των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες και την καταλληλότητα της αίθουσας που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί.
Οκτώ μαθητές με γνωματεύσεις στην ίδια τάξη
Το σημαντικότερο ζήτημα που αναδεικνύουν οι γονείς είναι ότι από τους 26 μαθητές της Β΄ τάξης, οι οκτώ διαθέτουν ήδη επίσημες γνωματεύσεις για ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, ενώ τέσσερα ακόμη παιδιά βρίσκονται σε διαδικασία αξιολόγησης. Πρόκειται, δηλαδή, για 12 μαθητές με διαγνωσμένες ή υπό διερεύνηση μαθησιακές ανάγκες, οι οποίοι, εφόσον προχωρήσει η συγχώνευση, θα βρεθούν όλοι στο ίδιο τμήμα.
Σύμφωνα με την καταγγελία, η συγκέντρωση αυτή δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για τη δυνατότητα ουσιαστικής και εξατομικευμένης εκπαιδευτικής υποστήριξης. Οι γονείς επισημαίνουν ότι σήμερα λειτουργούν δύο τμήματα, στα οποία οι οκτώ μαθητές με γνωματεύσεις μπορούν να κατανεμηθούν, αντί να συγκεντρωθούν σε μία τάξη μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά.
Στην καταγγελία τους αναφέρουν ότι η νομοθεσία προβλέπει όριο τεσσάρων μαθητών με διαγνωσμένες ειδικές μαθησιακές δυσκολίες ανά τμήμα. Ζητούν, συνεπώς, να εξεταστεί άμεσα η νομιμότητα της σχεδιαζόμενης συγχώνευσης υπό το πρίσμα των ειδικών προβλέψεων της νομοθεσίας για την Ειδική Αγωγή.
«Δεν θα δεχθούμε η ειδική μαθησιακή δυσκολία να αντιμετωπίζεται ως λογιστική λεπτομέρεια», τονίζουν, υποστηρίζοντας ότι η συγχώνευση υπονομεύει στην πράξη την εξατομικευμένη υποστήριξη και επιβαρύνει την εκπαιδευτική διαδικασία.
Το ανώτατο όριο δεν σημαίνει υποχρεωτική συγχώνευση
Οι γονείς αμφισβητούν επίσης τη λογική σύμφωνα με την οποία ο αριθμός των 26 μαθητών δικαιολογεί από μόνος του τη δημιουργία ενός ενιαίου τμήματος. Όπως επισημαίνουν, το προβλεπόμενο ανώτατο όριο των 27 μαθητών δεν συνεπάγεται ότι κάθε τάξη με μικρότερο αριθμό πρέπει υποχρεωτικά να συγχωνεύεται μέχρι να το προσεγγίσει.
«Το “έως 27” δεν σημαίνει “υποχρεωτικά 26 σε ένα τμήμα”», αναφέρουν χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι στην περίπτωση του Γυμνασίου Παμφίλων πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθητών και όχι μόνο ο συνολικός αριθμός τους.
Τμήμα Ένταξης χωρίς κατάλληλη αυτοτελή αίθουσα
Η καταγγελία επεκτείνεται και στις συνθήκες λειτουργίας του Τμήματος Ένταξης. Σύμφωνα με όσα αναφέρουν οι γονείς, από το 2024 το Τμήμα Ένταξης στερείται κατάλληλης αυτοτελούς αίθουσας, με αποτέλεσμα η εκπαιδευτική υποστήριξη να πραγματοποιείται ακόμη και μέσα στον ίδιο χώρο και ταυτόχρονα με το μάθημα της γενικής τάξης.
Οι ίδιοι υποστηρίζουν ότι η παράλληλη διεξαγωγή δύο διαφορετικών εκπαιδευτικών διαδικασιών στην ίδια αίθουσα δεν εξασφαλίζει τις αναγκαίες συνθήκες για την ουσιαστική υποστήριξη των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες. Ζητούν, για τον λόγο αυτό, να ελεγχθεί η πραγματική λειτουργία του Τμήματος Ένταξης και να διασφαλιστούν οι κατάλληλες υποδομές.
Ερωτήματα για την ενοποίηση αιθουσών και την ασφάλεια
Σοβαρές ενστάσεις διατυπώνονται και για τον χώρο στον οποίο σχεδιάζεται να στεγαστεί το νέο τμήμα των 26 μαθητών. Οι γονείς αναφέρουν ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν στη διάθεσή τους, δεν υπάρχει έτοιμη κατάλληλη ενιαία αίθουσα και ότι επιχειρείται εσπευσμένα η ενοποίηση δύο διαφορετικών χώρων, εκ των οποίων ο ένας, η αίθουσα Α2, χρησιμοποιείται ως Εργαστήριο Τεχνολογίας.
Με την επιστολή τους ζητούν να γνωστοποιηθούν οι τεχνικές και διοικητικές εγκρίσεις για την παρέμβαση, η εγκεκριμένη χρήση του χώρου, καθώς και τα στοιχεία που τεκμηριώνουν την καταλληλότητα, τη χωρητικότητα και την πυρασφάλειά του. Παράλληλα, επικαλούνται τις προβλέψεις του Κανονισμού Πυροπροστασίας για τον υπολογισμό του θεωρητικού πληθυσμού των αιθουσών διδασκαλίας, ζητώντας να διαπιστωθεί αν πληρούνται όλες οι απαιτούμενες προϋποθέσεις.
«Δεν αρκεί να χωράνε 13 θρανία. Πρέπει να χωράνε νόμιμα και με ασφάλεια 26 παιδιά και οι εκπαιδευτικοί τους», σημειώνουν χαρακτηριστικά.
Επιστολή καταγγελίας στη Περιφερειακή Διεύθυνση
Οι γονείς και κηδεμόνες έχουν αποστείλει επίσημη επιστολή καταγγελίας προς τη Περιφερειακή Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας και Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Βορείου Αιγαίου και τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λέσβου, με την οποία θέτουν αναλυτικά τα ζητήματα που προκύπτουν από τη συγχώνευση και ζητούν την άμεση παρέμβαση των αρμόδιων εκπαιδευτικών αρχών.
Στην επιστολή τους ζητούν την αναθεώρηση και ανάκληση της συγχώνευσης, τη διατήρηση των δύο υφιστάμενων τμημάτων της Β΄ τάξης, καθώς και άμεσο έλεγχο της νομιμότητας ως προς τις ειδικές μαθησιακές δυσκολίες, τη λειτουργία του Τμήματος Ένταξης και την καταλληλότητα, χωρητικότητα και πυρασφάλεια της αίθουσας που επιχειρείται να δημιουργηθεί.
Παράλληλα, αιτούνται την άμεση ακρόαση αντιπροσωπείας τους από τη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Λέσβου πριν από την έναρξη των μαθημάτων, υπογραμμίζοντας ότι δεν αποδέχονται να εφαρμοστεί πρώτα η συγχώνευση και να ακουστούν οι ενστάσεις τους εκ των υστέρων.
«Δεν αποδεχόμαστε τετελεσμένα σε βάρος των παιδιών μας»
Ιδιαίτερη έμφαση δίνουν οι γονείς στον χρόνο και τον τρόπο ενημέρωσής τους. Όπως καταγγέλλουν, μια τόσο σοβαρή μεταβολή στις συνθήκες εκπαίδευσης των παιδιών τους γνωστοποιείται την τελευταία στιγμή πριν από το πρώτο κουδούνι, χωρίς να τους έχουν παρουσιαστεί πλήρως η σχετική απόφαση, η αιτιολογία και τα στοιχεία που τη στηρίζουν.
«Δεν αποδεχόμαστε να εφαρμοστεί πρώτα η συγχώνευση και να ακουστούμε μετά. Δεν αποδεχόμαστε τετελεσμένα σε βάρος των παιδιών μας», αναφέρουν, ζητώντας να υπάρξει άμεση ανταπόκριση από τις αρμόδιες αρχές.
Η υπόθεση αναδεικνύει ένα ζήτημα που δεν περιορίζεται στην αριθμητική κατανομή των μαθητών, αλλά αφορά τις πραγματικές συνθήκες μάθησης, την ισότιμη εκπαιδευτική υποστήριξη και την ασφάλεια της σχολικής καθημερινότητας. Οι γονείς ζητούν να διατηρηθούν τα δύο τμήματα και να δοθούν σαφείς απαντήσεις πριν από την έναρξη της σχολικής χρονιάς, ώστε τα παιδιά να μη βρεθούν μπροστά σε μια αιφνίδια αλλαγή που, όπως υποστηρίζουν, θα επιβαρύνει ουσιαστικά την εκπαίδευσή τους.