
Σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση για τη διαχείριση των ζωονόσων ασκεί ο Τομεάρχης Αγροτικής Ανάπτυξης της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, Θωμάς Μόσχος, μέσα από βίντεο που ανάρτησε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ο κ. Μόσχος επιχειρεί να αποτυπώσει το οικονομικό αποτύπωμα που έχουν αφήσει η πανώλη, η ευλογιά και ο αφθώδης πυρετός στην ελληνική κτηνοτροφία, υποστηρίζοντας ότι η συνολική ζημιά για το Δημόσιο, την πρωτογενή παραγωγή και την οικονομία ξεπερνά ήδη τα 300 εκατ. ευρώ.
Όπως αναφέρει, μέχρι σήμερα έχουν θανατωθεί περίπου 700.000 ζώα εξαιτίας των ζωονόσων, ενώ κατηγορεί την κυβέρνηση ότι αρνείται να εξετάσει διαφορετικό μοντέλο αντιμετώπισης από εκείνο που έχει επιλέξει.
«Σφαγή, αποζημιώσεις και καμία ανασύσταση κοπαδιών»
Σύμφωνα με τον Τομεάρχη Αγροτικής Ανάπτυξης της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, η κυβερνητική στρατηγική περιορίζεται στη θανάτωση των ζώων, στην καταβολή αποζημιώσεων και στην αναστολή της ανασύστασης των κοπαδιών μέχρι να υποχωρήσουν οι ζωονόσοι.
«Η κυβέρνηση αρνείται να ακούσει οτιδήποτε άλλο για τη διαχείριση των ζωονόσων πέρα από αυτό που έχει αποφασίσει», σημειώνει, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει διάθεση αλλαγής στρατηγικής ή εξέτασης της λύσης του εμβολιασμού.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην απόφαση να ανατεθεί στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας ο επιχειρησιακός συντονισμός για την αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο. Όπως τονίζει, η κυβερνητική επιχειρηματολογία βασίζεται στην εκτίμηση ότι οι διαδικασίες θα προχωρήσουν ταχύτερα με στρατιωτική πειθαρχία και με την αξιοποίηση στρατιωτικών κτηνιάτρων.
Ο ίδιος, ωστόσο, αμφισβητεί ευθέως αυτή την επιλογή και θέτει το ερώτημα γιατί δεν ενισχύθηκαν εγκαίρως οι πολιτικές κτηνιατρικές υπηρεσίες με μόνιμο επιστημονικό προσωπικό και επαρκή μέτρα πρόληψης.
Πάνω από 170 εκατ. ευρώ για αποζημιώσεις
Παρουσιάζοντας τους υπολογισμούς του, ο Θωμάς Μόσχος αναφέρει ότι η πραγματική μέση αποζημίωση για κάθε ζώο ανέρχεται περίπου στα 150 ευρώ και όχι στα 250 ευρώ, όπως, κατά τον ίδιο, προβάλλει η κυβέρνηση.
Με δεδομένο ότι έχουν θανατωθεί περίπου 700.000 ζώα, υπολογίζει ότι το κόστος των σχετικών αποζημιώσεων υπερβαίνει τα 100 εκατ. ευρώ. Σε αυτό προσθέτει τις ενισχύσεις για την απώλεια εισοδήματος των κτηνοτρόφων, ανεβάζοντας τη συνολική δαπάνη σε περισσότερα από 170 εκατ. ευρώ.
Στο ποσό αυτό, όπως επισημαίνει, δεν περιλαμβάνονται τα χρήματα που έχουν δαπανηθεί μέσω διαγωνισμών και απευθείας αναθέσεων για τις θανατώσεις, τη μεταφορά και την ταφή των ζώων.
Η μεγάλη απώλεια από το γάλα
Ο κ. Μόσχος στέκεται ιδιαίτερα και στην παραγωγή γάλακτος που χάνεται μαζί με τα ζώα. Χρησιμοποιώντας ως βάση τα 100 κιλά γάλακτος ανά ζώο, ποσότητα που, όπως υπογραμμίζει, είναι χαμηλότερη από την πραγματική παραγωγή πολλών εκμεταλλεύσεων, υπολογίζει ότι από τα 700.000 ζώα χάνονται περισσότερα από 70 εκατ. κιλά γάλακτος.
Με τιμή περίπου 1,60 ευρώ ανά κιλό, η αξία της χαμένης πρωτογενούς παραγωγής προσεγγίζει τα 112 εκατ. ευρώ. Αν σε αυτή προστεθεί η υπεραξία της μεταποίησης, την οποία υπολογίζει σε 20%, η συνολική απώλεια φτάνει περίπου τα 135 εκατ. ευρώ, χωρίς να συνυπολογίζονται η εμπορία και οι εξαγωγές.
Κατά τον ίδιο, εάν τα παραπάνω ποσά προστεθούν στις αποζημιώσεις και στις ενισχύσεις για το χαμένο εισόδημα, το οικονομικό κόστος προσεγγίζει ή και ξεπερνά τα 300 εκατ. ευρώ.
Επαναφέρει τη συζήτηση για τον εμβολιασμό
Ο Τομεάρχης Αγροτικής Ανάπτυξης της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης απορρίπτει το επιχείρημα ότι ο εμβολιασμός θα προκαλούσε σοβαρά προβλήματα στις εξαγωγές των ελληνικών προϊόντων. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι οι εξαγωγές φέτας αποφέρουν περίπου ένα δισ. ευρώ, από τα οποία περί τα 700 εκατ. ευρώ προέρχονται από την αγορά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Επικαλείται, επίσης, το παράδειγμα της Κύπρου, υποστηρίζοντας ότι εκεί εφαρμόστηκε εμβολιασμός κατά του αφθώδους πυρετού χωρίς να διακοπούν οι εξαγωγές και χωρίς να ανασταλεί η λειτουργία του πρωτογενούς τομέα.
«Δεν περνάει πλέον το αφήγημα ότι κανείς στην Ευρώπη δεν εμβολιάζει», αναφέρει, ζητώντας να εξηγηθεί γιατί μια ανάλογη επιλογή δεν μπορεί να εξεταστεί και στην Ελλάδα.
«Πόσους κτηνιάτρους θα μπορούσαν να είχαν προσλάβει;»
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Θωμάς Μόσχος θέτει το ζήτημα των επιλογών και των προτεραιοτήτων της κυβέρνησης. Αναρωτιέται πόσοι κτηνίατροι θα μπορούσαν να έχουν προσληφθεί και για πόσα χρόνια με τα χρήματα που, όπως υποστηρίζει, χάθηκαν λόγω της μέχρι σήμερα διαχείρισης.
Παράλληλα, διερωτάται πόσα προληπτικά μέτρα θα μπορούσαν να είχαν χρηματοδοτηθεί ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος μιας νέας ζωονόσου και οι συνέπειές της για την κτηνοτροφία.
«Αναλογιστείτε τι επέλεξαν να κάνουν και τι θα μπορούσαν να είχαν κάνει», καταλήγει, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι επιμένει σε ένα αναποτελεσματικό πρωτόκολλο, με βαρύ κόστος για τους κτηνοτρόφους, την πρωτογενή παραγωγή και το ΑΕΠ της χώρας.