
Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα ζητά αρνιά και κατσίκια, η Λέσβος διαθέτει ένα απόθεμα περίπου 50.000 ζώων, τα οποία θα μπορούσαν να οδηγηθούν στα σφαγεία για να καλύψουν τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς. Παρ’ όλα αυτά, έξι μήνες μετά την εμφάνιση του αφθώδους πυρετού, οι κτηνοτρόφοι του νησιού μετρούν ζημιές που κυμαίνονται από 20 έως 30 εκατομμύρια ευρώ.
Μαζί με αυτούς, στον πάγο έχει μπει η δραστηριότητα των σφαγείων του νησιού, καθώς και των επιχειρήσεων εμπορίας κρέατος. Παράλληλα, οι εργαζόμενοι στα σφαγεία έχουν μείνει χωρίς δουλειά ή κινδυνεύουν να τη χάσουν.
Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στη Λέσβο, στην ηπειρωτική Ελλάδα η σφαγή αρνιών, κατσικιών και αιγοπροβάτων στις περιοχές που έχουν πληγεί από την ευλογιά των προβάτων δεν έχει σταματήσει. Η δραστηριότητα των εμπόρων κρέατος και των σφαγείων συνεχίζεται. Φυσικά, η διαδικασία που ακολουθείται δεν είναι ίδια με εκείνη που εφαρμοζόταν πριν από την εμφάνιση της νόσου.
Κτηνοτρόφοι από τη Χαλκιδική μάς έλεγαν, λίγο πριν από το Πάσχα, ότι η εμπορία των ζώων συνεχιζόταν, παρότι οι μετακινήσεις τους απαγορεύονταν ακόμη και προς τα γειτονικά λιβάδια.
Πώς γινόταν η όλη διαδικασία; Ο κτηνοτρόφος και ο έμπορος κρέατος επικοινωνούσαν και συμφωνούσαν να προχωρήσουν σε αγοραπωλησία αμνοεριφίων. Στη συνέχεια, γινόταν σχετική δήλωση στην αρμόδια Διεύθυνση Κτηνιατρικής και ακολουθούσαν αιμοληψίες στο κοπάδι από το οποίο επρόκειτο να προέλθουν τα ζώα που θα οδηγούνταν στο σφαγείο.
Τα δείγματα στέλνονταν σε εργαστήριο για έλεγχο. Όταν διαπιστωνόταν ότι το κοπάδι ήταν καθαρό από την ευλογιά, δινόταν η έγκριση για τη μεταφορά των ζώων στο σφαγείο. Με αυτή την έγκριση στα χέρια του, ο έμπορος είχε τη δυνατότητα, μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα είκοσι ημερών, να παραλάβει τα ζώα από τον κτηνοτρόφο και να τα οδηγήσει στο σφαγείο.
Με αυτόν τον τρόπο βρέθηκε μια λύση, ώστε να διατίθενται αρνιά, κατσίκια και αιγοπρόβατα στην ελληνική αγορά χωρίς να δημιουργείται πρόβλημα μετάδοσης της νόσου.
Φυσικά, πρόκειται για μια πρόσθετη διαδικασία, η οποία συνεπάγεται και επιπλέον κόστος. Ωστόσο, είναι φανερό ότι το συγκεκριμένο μοντέλο λειτουργεί. Αυτό σημαίνει ότι, πέρα από τους κτηνιάτρους, στη σωστή εφαρμογή του έχουν συμβάλει τόσο οι κτηνοτρόφοι όσο και οι έμποροι κρέατος. Πρόκειται για μια σημαντική εμπειρία, η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί και στη Λέσβο.
Σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στην ηπειρωτική Ελλάδα, στη Λέσβο η λειτουργία των σφαγείων έχει μπει στον πάγο. Τυπικά, δεν υπάρχει απαγόρευση για τη σφαγή ζώων που προέρχονται από καθαρές περιοχές του νησιού. Ωστόσο, πρόκειται για ένα πολύ μικρό τμήμα του ζωικού κεφαλαίου.
Τα σφαγεία δεν μπορούν να λειτουργήσουν, διότι ο αριθμός των διαθέσιμων προς σφαγή ζώων είναι εξαιρετικά μικρός και σε καμία περίπτωση δεν επαρκεί για να καλύψει το λειτουργικό κόστος των βιομηχανικού τύπου σφαγείων του νησιού.
Γιατί, λοιπόν, ενώ οι κτηνιατρικές υπηρεσίες γνωρίζουν ότι η διαδικασία εμπορίας του κρέατος μπορεί να λειτουργήσει με αποτελεσματικό τρόπο, δεν την εφαρμόζουν στη Λέσβο; Πρόκειται για απόφαση των κτηνιατρικών αρχών του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης ή της πολιτικής του ηγεσίας;
Οι πληροφορίες που διαθέτουμε δείχνουν ότι το θέμα έχει τεθεί κατ’ επανάληψη στην ηγεσία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης, η οποία, όμως, σφυρίζει αδιάφορα. Αλήθεια, γιατί;
Επαναλαμβάνουμε ότι αυτή την περίοδο υπάρχει μεγάλη ζήτηση τόσο για αιγοπρόβειο κρέας όσο και για αμνοερίφια. Όποιος αρνείται να εφαρμόσει μια λύση που θα μπορούσε να αμβλύνει τα οικονομικά αδιέξοδα των κτηνοτρόφων της Λέσβου, στην πράξη υπηρετεί τα συμφέροντα των εμπόρων κρέατος που εισάγουν αρνιά και κατσίκια από το εξωτερικό.
Παράλληλα, οδηγεί τους κτηνοτρόφους του νησιού σε πλήρη οικονομική καταστροφή, καθώς, από τη μία πλευρά, τους στερεί τη δυνατότητα να αποκτήσουν έστω ένα μικρό εισόδημα από την πώληση αρνιών και κατσικιών και, από την άλλη, τους υποχρεώνει να αγοράζουν ολοένα μεγαλύτερες ποσότητες ζωοτροφών.
Το οικονομικό αντικείμενο αυτής της πολιτικής επιλογής ανέρχεται σε πολλά εκατομμύρια ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι κάποιοι αποκομίζουν τεράστια κέρδη όσο τα σφαγεία της Λέσβου παραμένουν κλειστά.