
Υπάρχουν τόποι, κοινότητες και τρόποι ζωής που αλλάζουν πριν ακόμη συνειδητοποιήσουμε ότι χάνονται. Η Τζέλη Χατζηδημητρίου τούς αναγνωρίζει τη στιγμή ακριβώς που βρίσκονται στο μεταίχμιο και, εδώ και σχεδόν τέσσερις δεκαετίες, επιχειρεί να τους διασώσει μέσα από τη φωτογραφία, τα βιβλία και τον κινηματογράφο.
Από τις ιαματικές πηγές και τα παλιά καφενεία της Λέσβου μέχρι την αγροτική αρχιτεκτονική και τη λεσβιακή κοινότητα της Ερεσού, το έργο της διατρέχει η ίδια επίμονη ανάγκη: να παραμείνει καταγεγραμμένο ό,τι κινδυνεύει να σβήσει από το τοπίο και τη συλλογική μνήμη.

Μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό του «Ν» 99 fm, η φωτογράφος και σκηνοθέτρια αναφέρθηκε στη διεθνή διαδρομή του ντοκιμαντέρ «Λεσβία», που κυκλοφόρησε το 2024 και αφηγείται την ιστορία της λεσβιακής κοινότητας της Ερεσού, αλλά και τη σταδιακή, σύνθετη συνύπαρξή της με την τοπική κοινωνία.
Η ταινία έχει ήδη ταξιδέψει, σύμφωνα με τη δημιουργό της, σε περίπου 170 με 180 κινηματογραφικά φεστιβάλ, έχει αποσπάσει 18 βραβεία —μεταξύ αυτών και το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενης σκηνοθέτριας στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης— και απέκτησε διεθνή διανομή σε σειρά χωρών. Η θερμή κριτική που δημοσιεύτηκε στον βρετανικό «Guardian» αποτέλεσε μία ακόμη απρόσμενη στιγμή αναγνώρισης.
«Δεν περίμενα καν ότι θα προβληθεί κάπου. Το γεγονός ότι πήρε βραβεία είναι κάτι που ακόμη δεν έχω πιστέψει. Νομίζω ότι θα χρειαστώ χρόνια για να συνειδητοποιήσω τη διαδρομή και την ανταπόκριση που είχε», ανέφερε.
Από την αναζήτηση της Σαπφούς στη δημιουργία μιας κοινότητας
Η «Λεσβία» επιστρέφει στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όταν γυναίκες από διαφορετικές χώρες άρχισαν να φτάνουν στην Ερεσό, αρχικά αναζητώντας τον τόπο γέννησης της Σαπφούς. Σταδιακά, όμως, δημιουργήθηκε κάτι πολύ ευρύτερο: ένας τόπος ασφάλειας, ελευθερίας, διεκδίκησης και συλλογικής ζωής για γυναίκες που στις χώρες τους αντιμετώπιζαν αποκλεισμό, ποινικοποίηση και κοινωνική καταστολή.
«Τα πράγματα ήταν τόσο δύσκολα, που χρειαζόσουν την Ερεσό. Ήταν το μόνο μέρος όπου υπήρχε ασφάλεια, ελευθερία και χώρος για να διεκδικήσουμε», εξήγησε η Τζέλη Χατζηδημητρίου, υπενθυμίζοντας ότι δικαιώματα που σήμερα μπορεί να θεωρούνται αυτονόητα κατακτήθηκαν μόλις τις τελευταίες δεκαετίες. Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, μέχρι το 1992 η ομοφυλοφιλία παρέμενε ποινικοποιημένη στην Ιρλανδία.
Οι πρώτες γυναίκες που έφταναν στην Ερεσό είχαν, όπως υπογράμμισε, ισχυρή φεμινιστική συνείδηση. Με τα χρόνια, η παρουσία τους έγινε πολυπληθέστερη και η αρχική καχυποψία ενός μέρους της τοπικής κοινωνίας άρχισε να υποχωρεί. Η καθημερινή επαφή, οι φιλίες και η οικονομική και κοινωνική συμμετοχή της κοινότητας διαμόρφωσαν νέους δεσμούς.
Η δημιουργός, ωστόσο, απέφυγε να εξωραΐσει αυτή τη σχέση:
«Δεν είναι ότι όλοι μας αποδέχονται. Μερικοί μας ανέχονται, μερικοί μας μισούν. Σε γενικές γραμμές, όμως, καταφέρνουμε να συνυπάρχουμε, να νοιαζόμαστε και να φροντίζουμε τον τόπο μαζί».
Αυτή ακριβώς η συνύπαρξη καθιστά, κατά την ίδια, την Ερεσό ένα μοναδικό διεθνώς παράδειγμα. Δεν πρόκειται για έναν απομονωμένο LGBTQI+ προορισμό ή για μια περίκλειστη κοινότητα, αλλά για έναν τόπο στον οποίο διαφορετικοί κόσμοι συναντήθηκαν και, μέσα από αντιθέσεις και δυσκολίες, έμαθαν να ζουν μαζί.
Η ιστορία έχει περισσότερες από μία πλευρές
Η Χατζηδημητρίου ξεκίνησε τη δημιουργία του ντοκιμαντέρ χωρίς να γνωρίζει ότι το υλικό θα εξελισσόταν τελικά σε ταινία. Αρχικός της σκοπός ήταν να συγκεντρώσει μαρτυρίες, ώστε να μη χαθεί η ιστορία μιας κοινότητας που παρέμενε σε μεγάλο βαθμό ακατάγραφη.
«Δεν υπάρχει λεσβιακή ούτε queer ιστορία καταγεγραμμένη. Αλλά και η επίσημη ιστορία λέγεται συνήθως από μία πλευρά», ανέφερε.
Γι’ αυτό, εκτός από τις γυναίκες της λεσβιακής κοινότητας, επέλεξε να συνομιλήσει και με κατοίκους της Ερεσού. «Δεν μπορούσα να πάρω συνεντεύξεις μόνο από τις γυναίκες. Έπρεπε να ακούσω και τους ντόπιους, γιατί έχουν δικαίωμα να πουν τη δική τους άποψη. Είναι ο τόπος τους», σημείωσε.
Το ντοκιμαντέρ δεν περιορίζεται, επομένως, στην αφήγηση μιας ταυτότητας. Καταγράφει μια ιστορική και κοινωνική διαδικασία: την αρχική απόσταση, τις συγκρούσεις, τις αμοιβαίες μετατοπίσεις και τελικά τη δυνατότητα δημιουργίας σχέσεων.
Αυτή η επιλογή φαίνεται να συνδέεται και με την ιδιαίτερη απήχηση της ταινίας σε κοινά πολύ διαφορετικών χωρών, ηλικιών και εμπειριών. Νεαρές γυναίκες πλησίαζαν τη σκηνοθέτρια μετά τις προβολές, συχνά κλαίγοντας, για να της πουν ότι η ύπαρξη της Ερεσού τούς έδινε ελπίδα: τη γνώση ότι υπάρχει κάπου ένας τόπος στον οποίο θα μπορούσαν να αισθανθούν ασφαλείς.
Αντίστοιχα, queer, non-binary και trans άτομα την ευχαριστούσαν «που κράτησε την ιστορία τους».
«Η επιτυχία είναι οι σχέσεις που δημιουργούνται»
Παρά τα βραβεία, τις διεθνείς προβολές και τη δημοσιότητα, η Τζέλη Χατζηδημητρίου μετρά διαφορετικά την επιτυχία της «Λεσβίας». Περισσότερο από τις διακρίσεις, κρατά τη στάση των ανθρώπων της Ερεσού και το γεγονός ότι η ταινία μπόρεσε να ανοίξει δρόμους επικοινωνίας ακόμη και με όσες και όσους δεν είχαν θετική στάση απέναντι στην LGBTQI+ κοινότητα.
Αφηγήθηκε, μάλιστα, τη συνάντησή της με μια ηλικιωμένη γυναίκα, την οποία δεν θεωρούσε ιδιαίτερα ανοιχτή απέναντι στην κοινότητα. Όταν, όμως, η γυναίκα είδε την ταινία, άρχισε να τη χαιρετά με εγκαρδιότητα κάθε φορά που τη συναντούσε.
«Αυτό είναι επιτυχία για μένα. Οι άλλες επιτυχίες έρχονται και παρέρχονται. Πήρες ένα βραβείο, έγραψε ο “Guardian” και μετά από τρεις ημέρες σε έχουν ξεχάσει. Η επιτυχία είναι οι σχέσεις που δημιουργούνται ανάμεσα στους ανθρώπους και η σχέση που έχεις με τον εαυτό σου».
Για τη δημιουργό, η ταινία μπορεί να λειτουργήσει ως ένας χώρος συνάντησης, βοηθώντας το κοινό να δει πίσω από τις ετικέτες και να αναγνωρίσει όσα συνδέουν τους ανθρώπους.
«Συνήθως κλεινόμαστε επειδή φοβόμαστε οτιδήποτε είναι ξένο, οτιδήποτε δεν έχουμε συνηθίσει. Αν οι άνθρωποι δουν την ταινία, μπορούν να καταλάβουν κάποια πράγματα και να έρθουμε πιο κοντά. Το σημαντικό είναι να συνυπάρχουμε ως άνθρωποι και όχι μόνο ως ταυτότητες».
Μια διαδρομή διάσωσης της μνήμης
Η «Λεσβία» δεν αποτελεί μια μεμονωμένη στιγμή στη δημιουργική πορεία της Τζέλης Χατζηδημητρίου. Ήδη από το 1987–1988 άρχισε να φωτογραφίζει συστηματικά τη Λέσβο και αργότερα τα Κύθηρα —τα δύο νησιά που χαρακτηρίζει πατρίδες της, «τη μία όπου γεννήθηκε και την άλλη που την υιοθέτησε και την υιοθέτησε».
Στο βιβλίο «Το άγιο νερό – Ιαματικές πηγές της Λέσβου» κατέγραψε λουτρά και πηγές σε μια περίοδο κατά την οποία παρέμεναν εγκαταλειμμένα. Στο λεύκωμα «39 καφενεία και ένα κουρείο», που κυκλοφόρησε το 1996, αποτύπωσε έναν κόσμο που ήδη υποχωρούσε. Μέσα σε έναν χρόνο, όπως ανέφερε, τα μισά καφενεία που είχε φωτογραφίσει είχαν κλείσει.
«Μέσα μου ενεργοποιείται μια διαίσθηση. Βλέπω τα πράγματα που βρίσκονται στο μεταίχμιο της αλλαγής τους», εξήγησε. «Σε όλη αυτή τη δουλειά υπάρχει η έννοια της λέξης “απαθανατίζω”, δηλαδή σώζω από τον θάνατο».
Στην ίδια ανάγκη καταγραφής εντάσσεται και ο αυτοχρηματοδοτούμενος ταξιδιωτικός οδηγός «A Girl’s Guide to Lesvos», που εξέδωσε το 2012 και περιλάμβανε 50 σελίδες αφιερωμένες στη λεσβιακή παρουσία στο νησί. Ήταν μια δημόσια καταγραφή σε μια εποχή κατά την οποία η σύνδεση της Ερεσού με τη διεθνή λεσβιακή κοινότητα εξακολουθούσε συχνά να αποσιωπάται.
Η απόφαση να προχωρήσει αργότερα στο ντοκιμαντέρ συνδέθηκε και με την αίσθησή της ότι ο χαρακτήρας της Ερεσού μεταβαλλόταν. Η οικονομική κρίση, η αύξηση του κόστους, η δημιουργία νέων διεθνών προορισμών και φεστιβάλ, αλλά και η ψευδαίσθηση ότι η κοινωνική αποδοχή είχε οριστικά κατακτηθεί, απομάκρυναν σταδιακά έναν κόσμο που μέχρι τότε είχε ανάγκη αυτόν τον τόπο.
«Τότε εμείς ζούσαμε· δεν συνειδητοποιούσαμε τι κάναμε. Απλώς το ζούσαμε. Χρειάστηκε να περάσει χρόνος για να καταλάβουμε τι ήταν αυτό που συνέβη και να γεννηθεί η επιθυμία της καταγραφής», είπε.
Μια νέα ταινία για την ομορφιά που γκρεμίζεται
Η δημιουργός συνεχίζει ήδη το έργο της με μια καινούργια ταινία για τη Λέσβο, η οποία βρίσκεται στο στάδιο του μοντάζ. Η αρχική ιδέα γεννήθηκε μέσα από το βιβλίο της «Συνομιλώντας με τα πνεύματα της πέτρας» και τη γνωριμία της με τον Χρήστο Χατζηλία, με επίκεντρο τους πετράδες της δυτικής Λέσβου. Στην πορεία, όμως, η θεματική της ταινίας διευρύνθηκε.
Το νέο ντοκιμαντέρ θα αναζητήσει την ομορφιά που οι κάτοικοι του νησιού έχουν συνηθίσει σε τέτοιο βαθμό, ώστε συχνά δεν την προσέχουν: τα παλιά σπίτια, τα αρχιτεκτονικά ίχνη, τους οικισμούς και τα τοπία που εγκαταλείπονται και σταδιακά καταρρέουν.
Η Τζέλη Χατζηδημητρίου έχει προλάβει να κινηματογραφήσει ορισμένα από αυτά πριν χαθούν. Και σε αυτή την ταινία, όπως σε ολόκληρη τη διαδρομή της, η κάμερα δεν λειτουργεί απλώς ως μέσο αισθητικής αποτύπωσης. Λειτουργεί ως αρχείο, μαρτυρία και πράξη φροντίδας.
«Για μένα είναι πολύ σημαντικό να μοιράζομαι τα πράγματα που αγαπώ και τον τρόπο με τον οποίο βλέπω. Όταν αγαπάω ένα τοπίο ή μια ιστορία, θέλω να τα μοιραστώ με τους άλλους ανθρώπους», τόνισε.
Μπορεί, όπως παραδέχεται, η προσπάθεια ενός ανθρώπου να μοιάζει με «άδειασμα της θάλασσας με ένα κουτάλι». Επιμένει, όμως, ότι η αλλαγή συγκροτείται ακριβώς μέσα από τη συνάντηση πολλών τέτοιων ατομικών ενεργειών:
«Ακόμη και ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει τη διαφορά. Γιατί ο ένας, μετά ένας ακόμη και μετά άλλος ένας, μπορούμε να αλλάξουμε τον τόπο προς το καλύτερο — αρκεί να το πάρουμε λίγο πιο σοβαρά και να το κάνουμε μέρος της ζωής μας».