
Τρία χρόνια μετά την έντονη αντιπαράθεση που είχε ξεσπάσει στη Λέσβο γύρω από τη διαδικασία επιλογής διευθυντών σχολικών μονάδων της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, η δικαστική απόφαση που εκδόθηκε απορρίπτει την αίτηση κατά της απόφασης τοποθέτησης διευθυντών σε σχολικές μονάδες και εργαστηριακά κέντρα.
Για την εξέλιξη της υπόθεσης μίλησε στο «Ν» 99 fm ο Απόστολος Βαρελτζής, ο οποίος το 2023 συμμετείχε στο Τοπικό Συμβούλιο Επιλογής. Όπως ανέφερε, η απόφαση δεν περιορίζεται στην απόρριψη της αίτησης, αλλά εξετάζει τους επιμέρους ισχυρισμούς που είχαν διατυπωθεί σχετικά με τη σύνθεση του συμβουλίου, τα προσόντα των υποψηφίων και τη βαθμολόγηση των συνεντεύξεων.
Η υπόθεση είχε προκαλέσει μεγάλη αναστάτωση στην εκπαιδευτική κοινότητα της Λέσβου. Υποψήφιοι που θεωρούσαν ότι αδικήθηκαν αμφισβήτησαν τη διαδικασία, ενώ ακολούθησαν ενστάσεις, δημόσιες καταγγελίες και προσφυγές στη Δικαιοσύνη. Οι αντιδράσεις αφορούσαν, μεταξύ άλλων, δικαιολογητικά που δεν αναγνωρίστηκαν, τη βαθμολογία των συνεντεύξεων και τη νομιμότητα συμμετοχής ορισμένων μελών του συμβουλίου.
Ο κ. Βαρελτζής υποστήριξε ότι η διαδικασία πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με όσα προέβλεπαν ο νόμος και οι σχετικές εγκύκλιοι. Προκειμένου να γίνει κατανοητό πώς γινόταν η αξιολόγηση, εξήγησε ότι οι υποψήφιοι έπρεπε να δηλώσουν ηλεκτρονικά τα προσόντα τους και να αναρτήσουν τα απαραίτητα αποδεικτικά έγγραφα στην πλατφόρμα.
Το συμβούλιο, όπως είπε, δεν επέλεγε ποια δικαιολογητικά θα προσθέσει ή θα αφαιρέσει από τον φάκελο κάθε υποψηφίου. Έλεγχε αν το προσόν που είχε δηλωθεί συνοδευόταν από όλα τα έγγραφα που ζητούσε η εγκύκλιος. Στη συνέχεια, η ίδια η ηλεκτρονική πλατφόρμα υπολόγιζε τα μόρια.
«Εμείς κάναμε τον έλεγχο των δικαιολογητικών και τη συνέντευξη. Αυτά τα δύο», σημείωσε.
Για παράδειγμα, εάν ένας υποψήφιος δήλωνε ότι είχε γράψει βιβλίο, έπρεπε να καταθέσει το εξώφυλλο, τη σελίδα με τον διεθνή αριθμό ISBN και τα περιεχόμενα. Εάν έλειπε κάποιο από τα απαιτούμενα στοιχεία, το προσόν δεν μπορούσε να αναγνωριστεί. Αντίστοιχα, ένα επιστημονικό άρθρο έπρεπε να έχει δημοσιευτεί σε περιοδικό με σύστημα επιστημονικής κρίσης, ώστε να μοριοδοτηθεί.
Σύμφωνα με τον κ. Βαρελτζή, αρκετοί υποψήφιοι είχαν κάνει λάθη κατά την ηλεκτρονική υποβολή. Η προθεσμία κατάθεσης των αιτήσεων ήταν μεγάλη και είχε δοθεί παράταση, αλλά μετά τη λήξη της η πλατφόρμα έκλεισε και δεν υπήρχε δυνατότητα να προστεθούν ή να διορθωθούν δικαιολογητικά από το συμβούλιο.
Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα ήταν η βαθμολογία της συνέντευξης. Όπως εξήγησε, ένας υποψήφιος μπορεί να διαθέτει πολλά τυπικά προσόντα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα έχει αντίστοιχα υψηλή απόδοση στη συνέντευξη. Επίσης, μια καλή βαθμολογία σε παλαιότερη διαδικασία δεν εξασφαλίζει την ίδια επίδοση σε μια νέα κρίση.
Κατά τον ίδιο, η δικαστική απόφαση έκρινε ότι η γενική αμφισβήτηση της βαθμολογίας, με επίκληση μιας καλύτερης επίδοσης σε προηγούμενη συνέντευξη, δεν αρκεί εφόσον δεν υποδεικνύεται συγκεκριμένο σφάλμα στη διαδικασία. Παράλληλα, η διαφορετική βαθμολογία που μπορεί να δώσουν τα μέλη του συμβουλίου στον ίδιο υποψήφιο δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η κρίση ήταν προβληματική.
Αμφισβήτηση είχε διατυπωθεί και για τη συμμετοχή του ίδιου στο συμβούλιο. Ο κ. Βαρελτζής ανέφερε ότι δεν συμμετείχε αυτοδικαίως με την ιδιότητα του αιρετού εκπροσώπου, αλλά είχε υποβάλει αίτηση, όπως και άλλοι εκπαιδευτικοί, για να επιλεγεί ως μέλος. Επομένως, όπως υποστήριξε, δεν υπήρχε παρατυπία στην παρουσία του. Παράλληλα, είχε αμφισβητηθεί η ιδιότητα του προέδρου του συμβουλίου, με τον κ. Βαρελτζή να επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, ο πρόεδρος δεν είχε απολέσει την ιδιότητά του.
Ο ίδιος αρνήθηκε ότι οι επιλογές έγιναν με κομματικά κριτήρια. Όπως είπε, μεταξύ εκείνων που διαμαρτυρήθηκαν υπήρχαν και πρόσωπα προερχόμενα από τον ίδιο πολιτικό χώρο, ενώ σε θέσεις διευθυντών επιλέχθηκαν και στελέχη διαφορετικών παρατάξεων.
Ο Απόστολος Βαρελτζής αναφέρθηκε ακόμη στις έντονες πιέσεις που, σύμφωνα με τον ίδιο, δέχθηκαν μέλη του συμβουλίου εκείνη την περίοδο, μέσω τηλεφωνικών κλήσεων και ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Οι παρενοχλήσεις, όπως είπε, γνωστοποιήθηκαν στο υπουργείο Παιδείας, το οποίο είχε δώσει εντολή για τη διενέργεια ελέγχου, χωρίς όμως αυτός να πραγματοποιηθεί.
Τα μέλη του συμβουλίου δεν είχαν απαντήσει δημόσια στις καταγγελίες, καθώς θεωρούσαν ότι η θεσμική τους ιδιότητα δεν τους επέτρεπε να συμμετέχουν στη δημόσια αντιπαράθεση. Μετά την προσφυγή στη Δικαιοσύνη επέλεξαν να περιμένουν την έκδοση της απόφασης, η οποία ήρθε τρία χρόνια αργότερα.
Ο κ. Βαρελτζής δήλωσε ότι ο ίδιος ήταν από την αρχή βέβαιος για την τήρηση της διαδικασίας, σημειώνοντας ωστόσο ότι άλλα μέλη της επιτροπής επιβαρύνθηκαν σημαντικά από τις επιθέσεις που δέχθηκαν. Προανήγγειλε, τέλος, ότι ορισμένα από τα πρώην μέλη εξετάζουν το ενδεχόμενο να απευθυνθούν στους αρμόδιους ελεγκτικούς μηχανισμούς, ενώ ο ίδιος σκοπεύει να κινηθεί δικαστικά, ζητώντας την πλήρη ηθική αποκατάστασή του.