
Ο εμβολιασμός κατά του HPV δεν αφορά πλέον μόνο τα κορίτσια, αλλά εξίσου και τα αγόρια, με στόχο όχι μόνο την προστασία από τα κονδυλώματα αλλά και την πρόληψη μορφών καρκίνου που συνδέονται με τον ιό. Την ιδιαίτερη σημασία του εμβολιασμού και για τα δύο φύλα επισήμανε ο δερματολόγος-αφροδισιολόγος Γιώργος Μπανταβάνης, μιλώντας στο «Ν» για τη σεξουαλική υγεία, την πρόληψη των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων και τα σημαντικά κενά ενημέρωσης που εξακολουθούν να υπάρχουν.
Όπως εξήγησε, όταν ξεκίνησε ο εμβολιασμός κατά του HPV αφορούσε αρχικά τα κορίτσια, καθώς είχε συνδεθεί ιδιαίτερα με την πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Πλέον, όμως, εμβολιάζονται και τα αγόρια, καθώς και οι άνδρες μπορεί να εμφανίσουν παθήσεις και μορφές καρκίνου που σχετίζονται με τον HPV. Παράλληλα, ο εμβολιασμός μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού συμβάλλει στον περιορισμό της κυκλοφορίας και της διασποράς του ιού στην κοινότητα.
Το εμβόλιο που προλαμβάνει καρκίνους
Ο HPV, Human Papilloma Virus, αποτελεί μια μεγάλη ομάδα ιών, με περίπου 200 διαφορετικά στελέχη που μπορούν να προσβάλουν τον άνθρωπο. Ανάλογα με το στέλεχος και την περιοχή του σώματος που προσβάλλεται, μπορεί να εμφανιστούν διαφορετικές παθήσεις.
Όταν η λοίμωξη αφορά τα γεννητικά όργανα μπορεί να εμφανιστούν τα οξυτενή κονδυλώματα. Ωστόσο, ορισμένα στελέχη του HPV διαθέτουν καρκινογόνο δυναμικό και συνδέονται με την εμφάνιση καρκίνου. Εκτός από τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας στις γυναίκες, έχουν συσχετιστεί με καρκίνο του πέους στους άνδρες, αλλά και με καρκίνο του πρωκτού και του στοματοφάρυγγα.
«Το σημαντικό με το εμβόλιο δεν είναι μόνο ότι προλαμβάνει τα κονδυλώματα. Είναι ότι προλαμβάνει καρκίνους και αυτό έχει τεράστια σημασία», επισήμανε ο δερματολόγος-Αφροδισιολόγος Γιώργος Μπανταβάνης.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, η σύσταση είναι ο εμβολιασμός να ξεκινά σε μικρή ηλικία, ενώ υπάρχει δυνατότητα να πραγματοποιηθεί και αργότερα.
Τα τρία βασικά βήματα πρόληψης
Αναφερόμενος συνολικά στην πρόληψη των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων, ο κ. Μπανταβάνης υπογράμμισε ότι εξακολουθεί να υπάρχει σημαντικό έλλειμμα ενημέρωσης στον γενικό πληθυσμό ανεξαρτήτου ηλικίας.
Τρεις είναι, σύμφωνα με τον ίδιο, οι βασικές αρχές που πρέπει να γνωρίζει κάθε σεξουαλικά ενεργός άνθρωπος. Πρώτη είναι η σωστή και συστηματική χρήση του προφυλακτικού. Δεύτερη είναι ο εμβολιασμός για τα νοσήματα για τα οποία υπάρχει διαθέσιμο εμβόλιο, κυρίως για τον HPV και την ηπατίτιδα Β. Τρίτη και εξίσου σημαντική είναι η γνώση ότι η απουσία συμπτωμάτων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δεν υπάρχει λοίμωξη.
Πολλά σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα μπορεί να είναι ασυμπτωματικά είτε από την αρχή είτε σε κάποια φάση της εξέλιξής τους. Αυτό σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να έχει μολυνθεί χωρίς να το γνωρίζει και στο διάστημα αυτό να μεταδίδει τη λοίμωξη.
Το προφυλακτικό προστατεύει αλλά όχι απόλυτα
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο δερματολόγος- αφροδισιολόγος στη χρήση του προφυλακτικού. Όπως σημείωσε, είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικό στην πρόληψη νοσημάτων που μεταδίδονται μέσω σωματικών υγρών, όπως ο HIV, η γονόρροια, τα χλαμύδια και οι ηπατίτιδες.
Υπάρχουν, ωστόσο, και σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα που μπορούν να μεταδοθούν μέσω δερματικής επαφής σε περιοχές που δεν καλύπτονται από το προφυλακτικό. Σε αυτές τις περιπτώσεις η προστασία που προσφέρει δεν είναι απόλυτη. Σημαντικό είναι επίσης να χρησιμοποιείται σωστά και σε όλη τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής.
Έλεγχος ακόμη και χωρίς συμπτώματα
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία της συζήτησης ήταν η ανάγκη προληπτικού ελέγχου. HIV, ηπατίτιδες και χλαμίδια μπορεί σε αρκετές περιπτώσεις να είναι ασυμπτωματικά, ενώ ακόμη και η σύφιλη μπορεί να περάσει από μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς εμφανή συμπτώματα.
Δεν υπάρχει μία και μοναδική εξέταση που να καλύπτει όλα τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Μέσω εξετάσεων αίματος μπορούν να ελεγχθούν μεταξύ άλλων ο HIV, οι ηπατίτιδες Β και C και η σύφιλη. Σε άλλες περιπτώσεις χρειάζεται κλινική εξέταση ή ειδικότερος εργαστηριακός έλεγχος, ανάλογα με το ιστορικό και τα συμπτώματα.
Η συχνότητα του ελέγχου εξατομικεύεται ανάλογα με τη σεξουαλική δραστηριότητα και το ιστορικό κάθε ανθρώπου. Για ένα σεξουαλικά ενεργό άτομο που αλλάζει συχνά συντρόφους, ο κ. Μπανταβάνης ανέφερε ότι θα πρέπει να πραγματοποιείται προληπτικός έλεγχος τουλάχιστον μία φορά τον χρόνο, ακόμη και όταν γίνεται χρήση προφυλακτικού.
Το στίγμα παραμένει εμπόδιο
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε ο γιατρός και στο κοινωνικό στίγμα που εξακολουθεί να συνοδεύει τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Η ντροπή ή ο φόβος μπορεί να αποτρέψουν έναν άνθρωπο από το να απευθυνθεί έγκαιρα στον γιατρό, αλλά και από το να ενημερώσει τον σύντροφό του.
Η καθυστέρηση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε επιδείνωση της κατάστασης, αλλά και να αυξήσει τον κίνδυνο περαιτέρω μετάδοσης. Ο κ. Μπανταβάνης τόνισε ότι οι επαγγελματίες Υγείας βρίσκονται εκεί για να βοηθήσουν και όχι για να κρίνουν, επισημαίνοντας ότι τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως κάθε άλλη ασθένεια.
Μεγάλα κενά στη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση
Σημαντικό κομμάτι της συζήτησης αφορούσε τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των παιδιών και των νέων. Σύμφωνα με τον κ. Μπανταβάνη, παρά τα βήματα που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλη απόσταση από το επιθυμητό επίπεδο ενημέρωσης.
Η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση δεν μπορεί, όπως είπε, να εξαντλείται στη φράση «να χρησιμοποιείτε προφυλακτικό». Χρειάζεται βασική γνώση της ανατομίας και της λειτουργίας του ανθρώπινου σώματος, ενημέρωση για τα κυριότερα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, αλλά και συζήτηση για τις σχέσεις, τον σεβασμό, τα προσωπικά όρια και τη συναίνεση.
Παράλληλα, προειδοποίησε για την αφιλτράριστη πληροφορία που κυκλοφορεί στο διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Για ζητήματα σεξουαλικής υγείας συνέστησε η ενημέρωση να προέρχεται από επίσημους οργανισμούς Υγείας, επιστημονικές εταιρείες και ειδικούς επιστήμονες.
Κλείνοντας, ο Γιώργος Μπανταβάνης υπογράμμισε ότι η σεξουαλική υγεία αποτελεί μέρος της συνολικής υγείας και δεν πρέπει να είναι ταμπού. Η ενημέρωση, η πρόληψη, ο εμβολιασμός, η χρήση προφυλακτικού και η έγκαιρη επικοινωνία με τον γιατρό μπορούν να προστατεύσουν τόσο το ίδιο το άτομο όσο και τους ανθρώπους γύρω του.