
Μια ξεχωριστή έκθεση φωτογραφίας, αφιερωμένη στη μνήμη του Γιάννη Καρανικόλα, φιλοξενείται από το Σάββατο 1η έως και την Κυριακή 16 Αυγούστου στο Παλιό Καφενείο «Κοπριτέλλη», στον Μανταμάδο.
Η έκθεση φέρει τον τίτλο «Εις Μνήμην» και μέσα από ασπρόμαυρες φωτογραφίες αναδεικνύει εικόνες της φύσης, του λεσβιακού τοπίου, της ανθρώπινης εργασίας και της καθημερινής ζωής. Πρόκειται για ένα φωτογραφικό αφιέρωμα που κρατά ζωντανή τη μνήμη και το έργο του Γιάννη Καρανικόλα, προσκαλώντας το κοινό να γνωρίσει τη δική του ματιά πάνω στους ανθρώπους και στον τόπο.
Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν την Κυριακή 9 Αυγούστου, στις 8:30 το βράδυ.
Ο χώρος θα είναι ανοιχτός καθημερινά από τις 11 το πρωί έως τη 1 το μεσημέρι και από τις 7 το απόγευμα έως τις 10 το βράδυ. Η έκθεση θα διαρκέσει μέχρι τις 16 Αυγούστου.
Λίγα λόγια για τον Γιάννη Καρανικόλα
Ο Γιάννης Καρανικόλας γεννήθηκε το 1947 και μεγάλωσε στον Μανταμάδο της Λέσβου από γονείς αγρότες. Ο πατέρας του έφτιαχνε σαμάρια όπως και όλη η οικογένεια του. Ο παππούς του ο Νικόλας, λαϊκός παραμυθάς του χωριού και η θεία του η Σαπφώ, που ήταν δασκάλα, είχαν το χάρισμα να διηγούνται ιστορίες. Οι δύο αυτές μορφές σημάδεψαν βαθιά τη σκέψη και την ευαισθησία του, καλλιεργώντας από νωρίς την αγάπη του για τη λογοτεχνία, τον πολιτισμό και τη μνήμη.
Το 1965, έφυγε για το Παρίσι οπού ζούσαν οι θείοι του για να σπουδάσει ηλεκτρολόγος μηχανολόγος. Από μικρός αγαπούσε το χορό και παράλληλα με τις σπουδές του δούλευε τα βράδια ως χορευτής στη θρυλική ελληνική ταβέρνα "Όλυμπος" συμβάλλοντας ουσιαστικά στη δημιουργία του συρτάκι.
Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του εργάστηκε ως μηχανικός σε γαλλική πολυεθνική ασφαλιστική εταιρεία.
Ο θάνατος του πατέρα του το 1987 υπήρξε καθοριστικός σταθμός στη ζωή του και το 1989 αποφάσισε να επιστρέψει στη Λέσβο και να ασχοληθεί με την παραγωγή ελαιολάδου.
Η επιστροφή αυτή δεν ήταν μόνο γεωγραφική αλλά και βαθιά υπαρξιακή. Επέλεξε συνειδητά έναν τρόπο ζωής κοντά στην παράδοση και στις αξίες του τόπου του. Με τον χαρακτηριστικό ντροβά στον ώμο και το κουμάρι για το νερό, εξέφραζε την απόστασή του από τον σύγχρονο κομφορμισμό και την πίστη του στην αυθεντικότητα. Μιλούσε με την ίδια άνεση ελληνικά, γαλλικά και τη μανταμαδιώτικη ντοπιολαλιά, την οποία αγαπούσε ιδιαίτερα και θεωρούσε πολύτιμο φορέα της πολιτισμικής μνήμης του τόπου.
Το ενδιαφέρον του για τη φωτογραφία αναπτύχθηκε μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα. Το έργο του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το λεσβιακό τοπίο: το νερό, τα φύκια, οι αλυκές, τα ελαιόδεντρα, οι βράχοι και τα ανθρώπινα πρόσωπα αποτελούν επαναλαμβανόμενα μοτίβα της καλλιτεχνικής του αναζήτησης.
Στο Πολύκεντρο Μανταμάδου, για τη δημιουργία του οποίου συνέβαλε ουσιαστικά, είχε τον δικό του σκοτεινό θάλαμο, όπου επεξεργαζόταν και τύπωνε ο ίδιος τις φωτογραφίες του.
Κατά τη διάρκεια της πορείας του πραγματοποίησε εκθέσεις στο Παρίσι, στη Θεσσαλονίκη, στο Μεσολόγγι και στη Σμύρνη, ενώ συνεργάστηκε με σημαντικούς πολιτιστικούς φορείς, όπως το ΠΙΟΠ και το Ωρώδειο. Ωστόσο, η αναγνώριση και η εμπορική αξιοποίηση του έργου του δεν υπήρξαν ποτέ αυτοσκοπός. Προτιμούσε να προσφέρει τις φωτογραφίες του ως δώρα, πιστεύοντας ότι η τέχνη αποκτά μεγαλύτερη αξία όταν μοιράζεται.
Αναζητώντας τις ρίζες της τοπικής διαλέκτου και τις πολιτισμικές συνδέσεις του Αιγαίου, σπούδασε τούρκικα στο Πανεπιστήμιο της Σμύρνης. Μέσα από αυτή τη διαδρομή ανέπτυξε ισχυρούς δεσμούς με ανθρώπους της απέναντι ακτής και καλλιέργησε βαθύ ενδιαφέρον για τον τουρκικό πολιτισμό, πιστεύοντας στη δύναμη της επικοινωνίας και της αμοιβαίας κατανόησης.
Παράλληλα, διατήρησε μέχρι το τέλος της ζωής του στενή σχέση με το Παρίσι, όπου ζούσε μέρος της οικογένειάς του και η πλούσια πολιτιστική ζωή της πόλης αποτελούσε επιπλέον πηγή έμπνευσης για κείνον.
Τα τελευταία του χρόνια επανεγκαταστάθηκε στο Παρίσι αλλά ποτέ όμως δεν έπαψε να επιστρέφει στον Μανταμάδο, έστω και για λίγο.
Ο Γιάννης Καρανικόλας έφυγε από τη ζωή στο Παρίσι στις 25 Ιουνίου 2024, μετά από γενναία μάχη με τον καρκίνο. Οι στάχτες του σκορπίστηκαν στο Αιγαίο Πέλαγος, το οποίο αγάπησε βαθιά και το οποίο υπήρξε, σε όλη του τη ζωή, σημείο αναφοράς, μνήμης και επιστροφής.