
Η υπόθεση των υποκλοπών με το παράνομο λογισμικό Predator εξακολουθεί να βρίσκεται στο μικροσκόπιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στην ετήσια έκθεσή της για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα, η Κομισιόν επισημαίνει ότι, παρά τις πρόσφατες δικαστικές εξελίξεις και τις πρωτόδικες καταδίκες, κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης παραμένουν ανοιχτές.
Η αναφορά της Επιτροπής αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς καταγράφει όχι μόνο όσα έχουν ήδη κριθεί από τη Δικαιοσύνη, αλλά και τις έρευνες, τις εφέσεις και τις προσφυγές που εξακολουθούν να εκκρεμούν. Το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων, επομένως, κάθε άλλο παρά μπορεί να θεωρηθεί δικαστικά ολοκληρωμένο.
Οι τέσσερις πρωτόδικες καταδίκες
Η Κομισιόν αναφέρεται στην πρωτόδικη καταδίκη, τον Φεβρουάριο του 2026, τεσσάρων προσώπων που συνδέονταν με την εμπορική προώθηση και διάθεση του Predator. Οι καταδίκες αφορούσαν πλημμεληματικές πράξεις, μεταξύ των οποίων η παραβίαση του απορρήτου των επικοινωνιών και η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα.
Παράλληλα, το δικαστήριο αποφάσισε να διαβιβάσει τη δικογραφία στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, προκειμένου να διερευνηθούν ενδεχόμενα σοβαρότερα αδικήματα, αλλά και πιθανή εμπλοκή επιπλέον προσώπων.
Όπως καταγράφει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η εξέλιξη αυτή χαιρετίστηκε από τους εμπλεκόμενους φορείς ως ένα σημαντικό βήμα προόδου στην προσπάθεια πλήρους διερεύνησης της υπόθεσης. Ωστόσο, οι τέσσερις καταδικασθέντες έχουν ασκήσει έφεση και η εκδίκαση σε δεύτερο βαθμό έχει προσδιοριστεί για τον Δεκέμβριο του 2026.
Οι αντιδράσεις για τη μη ανάσυρση της υπόθεσης
Ξεχωριστή αναφορά γίνεται στην απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, στα τέλη Απριλίου, να μην ανασύρει την υπόθεση από το αρχείο. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, τα στοιχεία που κατατέθηκαν δεν συνιστούσαν νέα πραγματικά περιστατικά ικανά να δικαιολογήσουν την επανεξέταση της υπόθεσης.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη, όπως σημειώνει η Κομισιόν, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και ανησυχία μεταξύ δημοσιογράφων, θυμάτων των παρακολουθήσεων, δικηγόρων, κομμάτων της αντιπολίτευσης και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρέθηκαν και οι αιτιάσεις περί ενδεχόμενης σύγκρουσης συμφερόντων, λόγω του προηγούμενου ρόλου του κ. Τζαβέλλα ως εισαγγελέα που επόπτευε την Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών κατά την επίμαχη περίοδο. Το ζήτημα είχε φτάσει και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή μέσω ερώτησης Ελλήνων ευρωβουλευτών, οι οποίοι ζήτησαν να εξεταστεί κατά πόσο διασφαλίστηκε η ανεξαρτησία και η αμεροληψία της έρευνας. Ευρωπαϊκή Επιτροπή – Έκθεση του 2026 για το κράτος δικαίου
Νέα αιτήματα και εκκρεμείς προσφυγές
Παρά την απόφαση να μην ανασυρθεί η κεντρική δικογραφία από το αρχείο, η υπόθεση δεν έχει κλείσει. Σύμφωνα με την έκθεση, έχουν υποβληθεί νέα αιτήματα επανεξέτασης, ενώ επιμέρους εισαγγελικές έρευνες εξακολουθούν να βρίσκονται σε εξέλιξη.
Ταυτόχρονα, εκκρεμούν ξεχωριστές προσφυγές ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι προσφυγές αφορούν, μεταξύ άλλων, τη διαφάνεια γύρω από τις παρακολουθήσεις, το δικαίωμα ενημέρωσης των θιγόμενων προσώπων και τις υποχρεώσεις του κράτους για αποτελεσματική διερεύνηση των καταγγελιών.