
Καθώς πλησιάζει η εκπνοή της υποβολής των Μηχανογραφικών που θα δώσει σκυτάλη στην τελευταία πράξη των φετινών Πανελληνίων την ανακοίνωση των Βάσεων 2026, ο «εφιάλτης» της ΕΒΕ επανέρχεται στο προσκήνιο καθώς για ακόμη μια χρόνια είναι δεδομένη η ύπαρξη τουλάχιστον 10.000 υποψηφίων που μένουν εκτός ΑΕΙ με χιλιάδες θέσεις εισακτέων που θα μείνουν ακάλυπτες.
Στο επίκεντρο της συζήτησης των εκπαιδευτικών αναλυτών βρίσκεται η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής (ΕΒΕ), ένας θεσμός που εφαρμόστηκε με στόχο να λειτουργήσει ως ακαδημαϊκό φίλτρο, ώστε οι φοιτητές που εισάγονται στην ανώτατη εκπαίδευση να διαθέτουν το απαραίτητο επίπεδο γνώσεων για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των σπουδών τους. Ωστόσο, έξι χρόνια μετά την εφαρμογή της, τα αποτελέσματα προκαλούν έντονο προβληματισμό. Η ΕΒΕ έχει δημιουργήσει μια αντίφαση που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο καθώς υποψήφιοι αποκλείονται από το μηχανογραφικό, ενώ την ίδια στιγμή τμήματα των ΑΕΙ – κυρίως περιφερειακά – αδυνατούν να συμπληρώσουν τις διαθέσιμες θέσεις τους.
Τα στοιχεία της περιόδου 2021-2025 δείχνουν το μέγεθος του φαινομένου. Συνολικά, περισσότεροι από 162.000 υποψήφιοι ΓΕΛ και ΕΠΑΛ δεν κατάφεραν να εισαχθούν σε κάποιο τμήμα ανώτατης εκπαίδευσης. Την ίδια περίοδο, περίπου 38.900 θέσεις εισακτέων παρέμειναν κενές, παρότι είχαν προκηρυχθεί από τα πανεπιστήμια. Η εικόνα αυτή δημιουργεί ένα βασικό ερώτημα. Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν νέοι που επιθυμούν να σπουδάσουν, αλλά δεν έχουν δικαίωμα να διεκδικήσουν μια θέση στα πανεπιστημιακά έδρανα, ενώ παράλληλα υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις στα ΑΕΙ;
Όπως εξηγεί ο μαθηματικός, εκπαιδευτικός αναλυτής και δημιουργός του Paideianet.com, Γιάννης Ζαμπέλης «κάθε χρόνο, ένας σημαντικός αριθμός υποψηφίων δεν εισάγεται πουθενά. Η εύκολη εξήγηση είναι: «Δεν διάβασαν, δεν τους ένοιαζε.» Και πράγματι, υπάρχουν υποψήφιοι κάτω από 5.000 μόρια — βαθμολογίες που σημαίνουν κάτω από 5 σχεδόν σε κάθε μάθημα. Ας τους αφήσουμε στην άκρη. Σε αυτά τα επίπεδα η συσχέτιση μεταξύ βαθμολογιών σε διαφορετικά μαθήματα είναι πολύ υψηλή, μια μικρή παραδοχή, αλλά στατιστικά στέρεη. Το πρόβλημα δεν είναι αυτοί. Το πρόβλημα είναι ότι ακόμα κι αν τους αφαιρέσεις, ο αριθμός όσων μένουν χωρίς θέση παραμένει δυσανάλογα μεγάλος. Τα δεδομένα της πενταετίας: Στην πενταετία 2021–2025, 162.877 υποψήφιοι ΓΕΛ & ΕΠΑΛ έμειναν εκτός ΑΕΙ. Την ίδια περίοδο, ~38.900 θέσεις εισακτέων έμειναν κενές — θέσεις που είχαν προκηρυχθεί αλλά δεν καλύφθηκαν. Τι εμπόδισε την κάλυψη αυτών των θέσεων; Η ΕΒΕ. Η ανάλυση έδειξε ότι το 85,4% των κενών θέσεων οφείλεται αποκλειστικά στο φράγμα της ΕΒΕ όχι σε έλλειψη ζήτησης. Η ΕΒΕ λειτουργεί ως καθολικός φραγμός καθώς αν δεν πιάνεις το ελάχιστο, δεν μπορείς να δηλώσεις τίποτα ούτε καν τις περιφερειακές σχολές που τελικά παραμένουν κενές. Υποψήφιοι που δυνητικά θα μπορούσαν να σπουδάσουν σε λιγότερο περιζήτητα τμήματα, κόβονται πριν φτάσουν εκεί».

Αυτό σημαίνει ότι η διαδικασία εισαγωγής σταματά πριν από την πραγματική κατάταξη των υποψηφίων. Δεν εξετάζεται αν κάποιος μπορεί να ανταποκριθεί σε ένα συγκεκριμένο τμήμα με χαμηλότερη ζήτηση, αλλά αποκλείεται εξαρχής από τη δυνατότητα επιλογής. Και αυτό ακριβώς το σημείο αποδεικνύει τη στρέβλωση του συστήματος καθώς η ΕΒΕ από εργαλείο ποιότητας μετατρέπεται σε μηχανισμό που επηρεάζει άμεσα τη συμπλήρωση των θέσεων.
Σύμφωνα με τον κ. Ζαμπέλη μια πρόταση που μπορούσε να επιλύσει την προβληματική κατάσταση της ΕΒΕ είναι η θέσπιση μιας δεύτερης κατανομής θέσεων, κατά το πρότυπο άλλων εκπαιδευτικών συστημάτων. Με αυτό το μοντέλο, όσες θέσεις παραμένουν κενές μετά την πρώτη φάση εισαγωγής θα μπορούσαν να διατεθούν εκ νέου σε υποψηφίους που συμμετείχαν στις Πανελλήνιες με βάση τη σειρά κατάταξης και τα μόριά τους. Όπως αναφέρει «Η Κύπρος αντιμετωπίζει αυτό ακριβώς το πρόβλημα με Β΄ Κατανομή: αν μετά την πρώτη κατανομή μείνουν κενές θέσεις, ανοίγει δεύτερος γύρος για να τις καλύψει. Απλό, λογικό, αποτελεσματικό. Η ΕΒΕ παραμένει ως κριτήριο στον πρώτο γύρο. Αλλά αν δεν γέμισε η σχολή, ας δοθεί ευκαιρία σε όσους πέρασαν τις εξετάσεις, αντί να μένουν οι θέσεις αδιάθετες».
Μάλιστα ο κ. Ζαμπέλης αναδεικνύει ακόμα ένα «αγκάθι» της ΕΒΕ που έχει περάσει απαρατήρητο. «Ο συντελεστής 0,8 σπρώχνει τμήματα σε λάθος πεδίο. Ο συντελεστής 0,8 που καθορίζει την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής είναι αυστηρός — και τα τμήματα το γνωρίζουν. Πολλά, ιδίως σε απομακρυσμένες πόλεις, δεν μπορούν να γεμίσουν τις θέσεις τους όταν η ΕΒΕ του πεδίου τους είναι ψηλά. Η λύση που βρέθηκε; Ένταξη και στο 4ο Επιστημονικό Πεδίο — αυτό με τη χαμηλότερη ΕΒΕ (10,33 φέτος, έναντι 13,09 του 2ου και 12,32 του 3ου).Το αποτέλεσμα είναι ένα μηχανογραφικό στο 4ο Πεδίο γεμάτο τμήματα που δεν έχουν καμία σχέση με τα μαθήματα που εξετάστηκαν οι υποψήφιοι.

Ένας υποψήφιος του 4ου Πεδίου έδωσε Μαθηματικά, Οικονομία και Πληροφορική. Δεν έχει εξεταστεί σε Βιολογία, Χημεία, Φυσική. Η γνώση του σ’ αυτά τα μαθήματα σταμάτησε πριν τη Β΄ Λυκείου. Αν εισαχθεί σε τμήμα Δασολογίας ή Περιβάλλοντος, θα βρεθεί μπροστά σε πρόγραμμα σπουδών που δεν μπορεί να παρακολουθήσει.Η ΕΒΕ καθιερώθηκε για να μην εισάγονται φοιτητές που δεν μπορούν να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Κι όμως, η ίδια η ΕΒΕ αναγκάζει τα τμήματα να βρουν τρόπο να την αποφύγουν αναιρώντας τον ίδιο της τον σκοπό.»
Κατά τον ίδιο κρίνεται απαραίτητη μείωση του συντελεστή ΕΒΕ από 0,8 σε 0,6. Με αυτή την κίνηση τα τμήματα θα μπορούν να δεχτούν φοιτητές από το σωστό πεδίο χωρίς να χρειαστεί να «μεταναστεύσουν» σε ασύμβατα πεδία. Η ΕΒΕ παραμένει ως φίλτρο, αλλά σταματά να λειτουργεί ως αιτία στρέβλωσης.
Παράλληλα ο κ. Ζαμπέλης θίγει άλλα δύο ζητήματα που χρήζουν επανεξέτασης αν θέλουμε να βελτιώσουμε το σύστημα εισαγωγής στα ΑΕΙ και για τα οποία οι προτεινόμενες αλλαγές μπορούν να γίνουν χωρίς ανατροπή του πλαισίου, χωρίς κόστος, και χωρίς πολιτικό ρίσκο. Το πρώτο αφορά την παράλληλη φοίτηση μελών της ίδιας οικογένειας σε διαφορετικές πόλεις.
Το ισχύον πλαίσιο αναγνωρίζει ότι η ταυτόχρονη φοίτηση δύο αδελφών σε διαφορετικές πόλεις δημιουργεί σημαντική οικονομική επιβάρυνση για μια οικογένεια. Για τον λόγο αυτό προβλέπεται μοριοδότηση στις αιτήσεις μετεγγραφής. Ωστόσο, το ίδιο κριτήριο δεν εφαρμόζεται όταν η δεύτερη περίπτωση αφορά γονέα και παιδί. Αν ένας γονέας σπουδάζει ήδη σε άλλη πόλη και το παιδί εισάγεται σε διαφορετική περιοχή ή αντίστροφα, η οικογένεια αντιμετωπίζει την ίδια οικονομική πραγματικότητα, χωρίς όμως να λαμβάνεται αντίστοιχα υπόψη στη μοριοδότηση. Σύμφωνα με την πρόταση του «η μοριοδότηση παράλληλης φοίτησης να καλύπτει κάθε μέλος πρώτου βαθμού της ίδιας οικογένειας, εφόσον πρόκειται για ταυτόχρονη φοίτηση.»
Το τελευταίο ζήτημα που θίγει είναι το πλαφόν 15% στις μετεγγραφές ενώ υπάρχουν θέσεις που μένουν κενές. Σύμφωνα με τον κ.Ζαμπέλη «Ο νόμος θέτει πλαφόν 15% στις μετεγγραφές. Η κατάταξη γίνεται ήδη με μόρια, υπάρχει σειρά προτεραιότητας. Όποιος έχει περισσότερα μόρια, μπαίνει πρώτος. Μέχρι εδώ, λογικό. Το πρόβλημα είναι η Γνωμάτευση 31/2023 του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία απαγορεύει τη μετεγγραφή με 0 μόρια — ακόμα κι αν υπάρχουν κενές θέσεις εντός του πλαφόν. Κάποια τμήματα την εφαρμόζουν, κάποια την αγνοούν — πράγμα που από μόνο του αποτελεί σκάνδαλο: μια γνωμάτευση ή ισχύει για όλους ή δεν ισχύει για κανέναν. Πέρα όμως από την ανομοιόμορφη εφαρμογή, το ερώτημα είναι βαθύτερο: γιατί να μένουν θέσεις κενές; Αν υπάρχει πλαφόν, ο αριθμός μετεγγραφών δεν μπορεί να ξεπεράσει ένα ποσοστό, αυτό είναι ήδη εγγυημένο. Αν μέσα σε αυτό το ποσοστό μείνουν θέσεις αδιάθετες, ας γεμίσουν — ακόμα και με 0 μόρια, κατά σειρά κατάταξης. Η πρόταση είναι ρεαλιστική οικογένεια με εισόδημα πάνω από 12.000€ ας παίρνει 0 μόρια μετεγγραφής. Αλλά ας μπορεί να συμμετέχει. Γιατί να αποκλείεται εκ προοιμίου;». Με απλά λόγια προτείνει κατάργηση ή νομοθετική υπέρβαση της ΓνΝΣΚ 31/2023 άρα και δυνατότητα συμμετοχής στις μετεγγραφές ακόμα και με 0 μόρια, εφόσον υπάρχουν κενές θέσεις εντός του πλαφόν 15%.