
Μπροστά σε μια νέα περίοδο υπερπαραγωγής φαίνεται πως βρίσκεται η αγορά του ελαιολάδου στη Μεσόγειο αυτό δείχνουν οι εικόνες από την Ισπανία, την Ελλάδα, την Ιταλία και την Τουρκία. Η ανθοφορία εξελίσσεται σε πολύ υψηλά επίπεδα, με τους παραγωγούς να κάνουν λόγο για μία από τις καλύτερες εικόνες των τελευταίων ετών σε ότι αφορά την ανθοφορία.
Στην Ισπανία, που παραμένει η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα παγκοσμίως και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις εξελίξεις στην αγορά, οι πρώτες εκτιμήσεις αναφέρουν πως η νέα παραγωγή μπορεί να φτάσει ακόμη και τους 1,8 εκατομμύρια τόνους. Παράγοντες της αγοράς σημειώνουν μάλιστα ότι το τελικό αποτέλεσμα ενδέχεται να ξεπεράσει αυτό το επίπεδο, καθώς οι υπερεντατικοί ελαιώνες συνεχίζουν να επεκτείνονται με γρήγορους ρυθμούς, αυξάνοντας σταθερά τη συνολική παραγωγική δυνατότητα της χώρας.
Ανάλογη εικόνα επικρατεί και στις υπόλοιπες μεγάλες ελαιοπαραγωγικές χώρες της Μεσογείου. Στην Ελλάδα και την Ιταλία οι πρώτες εκτιμήσεις δείχνουν ότι οι ελαιώνες έχουν τη δυναμική να κινηθούν κοντά στα ανώτατα επίπεδα παραγωγής, ενώ ιδιαίτερα θετική είναι και η εικόνα στην Τουρκία, όπου οι καλές καιρικές συνθήκες και η αυξημένη ανθοφορία ενισχύουν τις προσδοκίες για υψηλές αποδόσεις.
Ωστόσο, παρά την αισιοδοξία για την παραγωγή, οι ελαιοπαραγωγοί αντιμετωπίζουν τη νέα περίοδο με έντονη επιφύλαξη και ανησυχία. Η αγορά ήδη δίνει σαφή σημάδια πίεσης στις τιμές, καθώς τα αποθέματα παραμένουν υψηλά και η ζήτηση εμφανίζεται πιο συγκρατημένη σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα. Ενδεικτικό του κλίματος είναι το γεγονός ότι στην Ισπανία οι πωλήσεις ελαιολάδου υποχώρησαν σημαντικά τον Απρίλιο, φτάνοντας τους 93.664 τόνους, έναντι 141.000 τόνων τον Μάρτιο. Παράλληλα, τα αποθέματα ελαιολάδου στη χώρα την 1η Μαΐου ανέρχονταν σε 863.340 τόνους, στοιχείο που ενισχύει ακόμη περισσότερο την αίσθηση επάρκειας στην αγορά.
Η εικόνα αυτή έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει τις τιμές παραγωγού σε όλες τις μεγάλες αγορές της Μεσογείου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Pool Red, η χονδρική τιμή του έξτρα παρθένου ελαιολάδου στην Ισπανία υποχώρησε στις 19 Μαΐου στα 4,10 ευρώ ανά κιλό. Την ίδια στιγμή, το ελληνικό έξτρα παρθένο διαμορφώθηκε περίπου στα 4,50 ευρώ το κιλό, ενώ στην Ιταλία η τιμή έπεσε στα 5,90 ευρώ ανά κιλό, σύμφωνα με στοιχεία της Teatro Naturale. Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι σε όλες τις σημαντικές αγορές της Μεσογείου καταγράφεται πλέον καθαρή πτωτική τάση.
Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η συμπεριφορά εμπόρων και τυποποιητών παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του σημερινού κλίματος. Οι μεγάλες επιχειρήσεις εμφανίζονται ιδιαίτερα προσεκτικές στις αγορές τους, αποφεύγοντας να «χτίσουν» αποθέματα, καθώς θεωρούν ότι θα μπορούν να εξασφαλίσουν προϊόν εύκολα και σε χαμηλότερες τιμές τους επόμενους μήνες. Η αίσθηση ότι η αγορά θα παραμείνει γεμάτη προϊόν λειτουργεί αποτρεπτικά για επιθετικές αγορές, πιέζοντας περαιτέρω τις τιμές παραγωγού.
Την ίδια ώρα, οι παραγωγοί βλέπουν το κόστος καλλιέργειας να παραμένει υψηλό. Στην Ισπανία υπολογίζεται ότι το κόστος παραγωγής στους υπερεντατικούς ελαιώνες έχει ήδη φτάσει περίπου στα 3 ευρώ ανά κιλό, χωρίς μάλιστα να έχουν υπολογιστεί πλήρως οι τελευταίες αυξήσεις στα καύσιμα και στα λιπάσματα. Για τους παραδοσιακούς ελαιώνες, όπως αυτοί που κυριαρχούν στην Ελλάδα, το κόστος παραμένει ακόμη υψηλότερο, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια κέρδους των παραγωγών σε μια περίοδο πτώσης των τιμών.
Στην Ελλάδα, το κλίμα επιβαρύνεται επιπλέον από τα σοβαρά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ελαιοπαραγωγοί με τις πληρωμές των επιδοτήσεων, αλλά και από τη χρόνια πολυδιάσπαση της προσφοράς, η οποία δεν επιτρέπει τη διαμόρφωση ισχυρής διαπραγματευτικής δύναμης απέναντι στους εμπόρους και τις μεγάλες αγορές. Παράλληλα, οι νέες υποχρεώσεις που συνδέονται με το ελαιοκομικό μητρώο και τα ηλεκτρονικά δελτία αποστολής προκαλούν ήδη έντονες αντιδράσεις στον αγροτικό κόσμο, καθώς πολλοί παραγωγοί εκφράζουν φόβους για νέα γραφειοκρατικά βάρη και αυξημένο λειτουργικό κόστος.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι επόμενοι μήνες θεωρούνται κρίσιμοι για την πορεία της αγοράς του ελαιολάδου. Η εξέλιξη της ανθοφορίας, οι καιρικές συνθήκες του καλοκαιριού αλλά και η πορεία της διεθνούς ζήτησης θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τόσο το ύψος της τελικής παραγωγής όσο και τη διαμόρφωση των τιμών για τη νέα ελαιοκομική περίοδο.