
Την έντονη ανησυχία της για την κατάσταση που επικρατεί στη δημόσια υγεία στη Λέσβο αλλά και συνολικά στη χώρα εξέφρασε, μιλώντας στον ρ/σ του «Ν» 99 fm, η Ζήνα Κακναβάτου, ταμίας της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Λέσβου και μέλος της ΔΗΠΑΚ (Δημοκρατικής Πανεπιστημονικής Κίνησης).
Όπως υποστήριξε, οι δημόσιες δομές υγείας «λειτουργούν χάρη στην αυταπάρνηση και τον ηρωισμό των εργαζομένων», ενώ κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι αντί να ενισχύει το ΕΣΥ, οδηγεί σταδιακά τους πολίτες προς τον ιδιωτικό τομέα.
«Η υγεία είναι κοινωνικό αγαθό και πρέπει να παρέχεται δωρεάν, σε υψηλό επίπεδο, σε όλους τους ανθρώπους χωρίς διακρίσεις», ανέφερε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας πως η φιλοσοφία αυτή βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τις κυβερνητικές πολιτικές.
Αντιδράσεις για το «gatekeeping»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε η Ζήνα Κακναβάτου στο νέο σύστημα παραπομπών προς τα εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων, το λεγόμενο «gatekeeping», το οποίο προβλέπει ότι οι ασθενείς θα χρειάζονται παραπεμπτικό από παθολόγο ή γενικό γιατρό προκειμένου να εξεταστούν από γιατρό άλλης ειδικότητας.
Όπως είπε, το μέτρο δεν έχει εφαρμοστεί ακόμη πλήρως, ωστόσο – κατά την άποψή της – ουσιαστικά λειτουργεί ως «πόρτα» περιορισμού της πρόσβασης των ασθενών στα δημόσια νοσοκομεία.
Η ίδια υποστήριξε ότι αντί να προσληφθούν περισσότεροι ειδικοί γιατροί και να ενισχυθούν οι δημόσιες δομές, επιχειρείται να περιοριστεί η προσέλευση των πολιτών μέσω της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.
Παράλληλα, διευκρίνισε ότι η πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας θα μπορούσε να λειτουργήσει ουσιαστικά και αποτελεσματικά μόνο αν υπήρχαν πλήρως στελεχωμένα και εξοπλισμένα κέντρα υγείας, με επαρκές προσωπικό και δυνατότητα 24ωρης λειτουργίας.
«Όλα λειτουργούν τσίμα-τσίμα»
Η Ζήνα Κακναβάτου περιέγραψε με μελανά χρώματα την κατάσταση στα κέντρα υγείας της Λέσβου, επισημαίνοντας ότι λείπουν όχι μόνο γιατροί αλλά και νοσηλευτές, τραυματιοφορείς, διασώστες, καθαρίστριες και διοικητικό προσωπικό.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο Κέντρο Υγείας Μυτιλήνης, το οποίο – όπως είπε – ήταν το πρώτο αστικό κέντρο υγείας στην Ελλάδα που λειτουργούσε σε 24ωρη βάση, όμως πλέον έχει περιοριστεί σε δύο βάρδιες και δεν λειτουργεί τα Σαββατοκύριακα.
Αναφερόμενη στο νέο Κέντρο Υγείας Μανταμάδου, σημείωσε ότι παρά τα εγκαίνια και τις ανακοινώσεις, στην πράξη λειτουργεί με έναν ειδικευμένο γιατρό και έναν αγροτικό γιατρό, χωρίς πλήρη εξοπλισμό και χωρίς δυνατότητα πραγματικής 24ωρης λειτουργίας.
Ακάλυπτες βάρδιες και μετακινήσεις προσωπικού
Σύμφωνα με την ίδια, η υποστελέχωση έχει οδηγήσει σε διαρκείς μετακινήσεις προσωπικού μεταξύ των κέντρων υγείας του νησιού, με αποτέλεσμα γιατροί και νοσηλευτές να καλύπτουν συνεχώς «τρύπες» σε διαφορετικές περιοχές.
Όπως ανέφερε, το Κέντρο Υγείας Άντισσας λειτουργεί σήμερα ουσιαστικά με έναν μόνο γιατρό, ενώ κάθε μήνα παραμένουν ακάλυπτες ακόμη και 11 βάρδιες νοσηλευτών. Την ίδια ώρα, εφημερίες καλύπτονται από προσωπικό που μετακινείται από Καλλονή, Πλωμάρι και Πολιχνίτο.
Η κ. Κακναβάτου στάθηκε ιδιαίτερα και στο ζήτημα της στελέχωσης των ασθενοφόρων, σημειώνοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται ακόμη και στελέχη του στρατού ως οδηγοί, χωρίς την απαραίτητη εκπαίδευση διασώστη.
«Τα περιφερειακά ιατρεία αδειάζουν»
Η ταμίας της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Λέσβου υποστήριξε επίσης ότι τα περιφερειακά ιατρεία, ιδιαίτερα στα χωριά, αποδυναμώνονται συνεχώς, καθώς οι γιατροί μετακινούνται για να καλύψουν άλλες ανάγκες.
«Σήμερα μπορεί να είσαι σε ένα ιατρείο και αύριο σε άλλο», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι πολλοί γιατροί της πρωτοβάθμιας γυρίζουν συνεχώς από περιοχή σε περιοχή για να καλύψουν εφημερίες και κενά.
Παράλληλα, χαρακτήρισε «παρωχημένο» τον θεσμό του αγροτικού γιατρού, λέγοντας ότι θα έπρεπε να αντικατασταθεί από ειδικευμένους γενικούς γιατρούς που θα εργάζονται οργανωμένα μέσα σε ολοκληρωμένες δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας.
Κριτική για τα απογευματινά χειρουργεία και τα ιδιωτικά κριτήρια
Η Ζήνα Κακναβάτου άσκησε σκληρή κριτική και στο μοντέλο των απογευματινών χειρουργείων και ιατρείων, υποστηρίζοντας ότι μεταφέρει ολοένα και μεγαλύτερο οικονομικό βάρος στους ασθενείς και ενισχύει την ιδιωτικοποίηση της υγείας.
Όπως ανέφερε, αντί το κράτος να αυξήσει μισθούς και να ενισχύσει το δημόσιο σύστημα με προσωπικό και υποδομές, ζητά από γιατρούς και εργαζόμενους να δουλεύουν περισσότερο, ενώ παράλληλα οι ασθενείς καλούνται να πληρώσουν για ταχύτερη εξυπηρέτηση.
Η ίδια υποστήριξε ότι μέσα από αυτές τις πολιτικές «μπαίνουν από την πίσω πόρτα ιδιωτικά κριτήρια λειτουργίας των νοσοκομείων», εκφράζοντας την αντίθεση της ΔΗΠΑΚ στις συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις.