
Η αδιαφορία της πολιτείας για τα παιδιά που σε μία δεδομένη στιγμή αντιμετωπίζουν συγκεκριμένες δυσκολίες, είναι ο καθρέφτης ενός κοινωνικού κράτους που καταρρέει, με τις ευθύνες των αρμοδίων να χαρακτηρίζονται επιεικώς -κοινωνικά και πολιτικά- εγκληματικές.
Αναλυτικό ρεπορτάζ του Κυριάκου Αργυρόπουλου στην ηλεκτρονική εφημερίδα Dnews αναφέρεται και στη Λέσβο:
Η κατάσταση στα νησιά του Βορείου Αιγαίου είναι ενδεικτική. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Μαρίας Χατζηγεωργίου από την ιστοσελίδα stonisi.gr, η πρόσβαση των παιδιών σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη, με κοινό παρονομαστή την απουσία δημόσιου παιδοψυχιάτρου ακόμη και στα μεγαλύτερα νοσοκομεία της περιοχής. Το αποτέλεσμα είναι οικογένειες να βιώνουν καθημερινά συνθήκες έντονης πίεσης, ταλαιπωρίας και οικονομικής αιμορραγίας, προκειμένου να εξασφαλίσουν την απαραίτητη φροντίδα για τα παιδιά τους.
Η εικόνα στη Λέσβο είναι χαρακτηριστική. Σε ένα νησί με περίπου 83.000 κατοίκους, το δημόσιο νοσοκομείο δεν διαθέτει παιδοψυχίατρο, παρά το γεγονός ότι η νέα ψυχιατρική κλινική έχει ήδη εγκαινιαστεί, χωρίς ωστόσο να έχει τεθεί ακόμη σε πλήρη λειτουργία. Η μοναδική παιδοψυχίατρος που υπηρετούσε στο νοσοκομείο παραιτήθηκε πριν από περίπου 1,5 χρόνο και πλέον διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο, αποτελώντας τη μοναδική σχετική ειδικότητα στο νησί, με ιδιαίτερα επιβαρυμένο πρόγραμμα.
Το πρόβλημα αναγνωρίζεται και από τη διοίκηση του Νοσοκομείου Μυτιλήνης. Όπως δήλωσε ο διοικητής και πρόεδρος, Αλέκος Κουτσαντώνης, «Δεν έχουμε παιδοψυχίατρο. Έχουν γίνει αρκετές προκηρύξεις, προσπαθούμε έστω και με επικουρικό, αλλά δεν είναι μόνο η θέληση δική μας που αρκεί».
Όπως εξήγησε, η απουσία δεν οφείλεται σε διοικητική αδράνεια, αλλά στην έλλειψη διαθέσιμων ειδικών σε εθνικό επίπεδο.
Όπως επισημαίνει η διευθύντρια της ψυχιατρικής κλινικής Μυτιλήνης Νίκη Κούρτη, η επικείμενη λειτουργία της νέας δομής, η οποία θα περιλαμβάνει και τη νοσηλεία εφήβων άνω των 14 ετών, καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη ουσιαστικής ενίσχυσης του προσωπικού. Δεν πρόκειται μόνο για την έλλειψη παιδοψυχιάτρου, αλλά και για την ανάγκη στελέχωσης με περισσότερους νοσηλευτές, καθώς και με ψυχολόγους, παιδοψυχολόγους και άλλες κρίσιμες ειδικότητες, όπως εργοθεραπευτές και λογοθεραπευτές, ώστε να διασφαλιστεί η ασφαλής και ολοκληρωμένη φροντίδα των ασθενών.
Την ίδια ώρα, οι πραγματικές ιστορίες οικογενειών αποτυπώνουν με τον πιο σκληρό τρόπο τα κενά του συστήματος. Έφηβος με έντονες αυτοκτονικές τάσεις μεταφέρθηκε στην Αθήνα, σε μια απεγνωσμένη αναζήτηση ελεύθερης κλίνης η οποία βρέθηκε με μεγάλη δυσκολία. Σε άλλη περίπτωση, 11χρονο κορίτσι στο φάσμα του αυτισμού, με σοβαρά συμπτώματα κατάθλιψης και αυτοτραυματισμών, χρειάστηκε να μετακινηθεί με την οικογένειά της στη Θεσσαλονίκη για να νοσηλευτεί.
Η μητέρα περιγράφει έναν «γολγοθά» που διήρκεσε πάνω από 3 εβδομάδες, με υπέρογκα έξοδα για μετακινήσεις και διαμονή, οδηγώντας την οικογένεια ακόμη και στη λήψη τραπεζικού δανείου.
Μερική κάλυψη αναγκών στη Λέσβο προσφέρει η ΑΜΚΕ «Αγκαλιά», η οποία δραστηριοποιείται με κινητή μονάδα τον τελευταίο χρόνο. Ωστόσο, η παρουσία παιδοψυχιάτρου είναι εξαιρετικά περιορισμένη, καθώς επισκέπτεται το νησί μόλις μία φορά τον μήνα ή ακόμη και ανά δίμηνο, με δυσκολίες στη δυνατότητα συνταγογράφησης για γραφειοκρατικούς λόγους, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την αποτελεσματικότητα της παρέμβασης.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στη Σάμο, όπου δεν υπάρχει ούτε δημόσιος, ούτε ιδιώτης παιδοψυχίατρος. Σε κάθε περιστατικό, ακόμη και για απλή αξιολόγηση, απαιτείται μετακίνηση εκτός νησιού. Όπως αναφέρει ο διοικητής του νοσοκομείου Γιώργος Καμπούρης, το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό, με τις προκηρύξεις θέσεων να αποβαίνουν άγονες, ενώ σε έκτακτες περιπτώσεις εξετάζεται ακόμη και η λύση της τηλεϊατρικής.
Ελαφρώς καλύτερη είναι η κατάσταση στη Χίο, όπου λειτουργεί εδώ και περίπου 30 χρόνια Κέντρο Παιδιού και Εφήβου, παρέχοντας δωρεάν και ολοκληρωμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Η δομή στελεχώνεται από διεπιστημονική ομάδα με παιδοψυχίατρο, ψυχολόγο, κοινωνικό λειτουργό, νοσηλευτή, λογοθεραπευτή και διοικητικό προσωπικό, καλύπτοντας τις ανάγκες σε όλη την Περιφερειακή Ενότητα, ακόμη και σε απομακρυσμένα νησιά όπως τα Ψαρά και οι Οινούσσες.
Παράλληλα, η προσφυγή στον ιδιωτικό τομέα αποτελεί για πολλές οικογένειες μονόδρομο, με το κόστος για επισκέψεις, θεραπείες και υποστήριξη να είναι ιδιαίτερα υψηλό. Αν και ο ΕΟΠΥΥ καλύπτει μέρος των δαπανών, τα όρια αποζημίωσης αφήνουν σημαντικό οικονομικό βάρος στους γονείς, καθιστώντας την πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας άνιση και συχνά απαγορευτική. Οι γονείς των παιδιών μιλούν ακόμη για τεράστια καθυστέρηση στην έγκριση των ειδικών θεραπειών από τον ΕΟΠΥΥ, καθυστερήσεις που σε κάποιες περιπτώσεις ξεπερνούν και το τρίμηνο. Το αποτέλεσμα είναι οι γονείς να βάζουν από την τσέπη τους κάθε μήνα χρήματα για ψυχοθεραπείες, λογοθεραπείες, εργοθεραπείες κ.λπ.
Το διαρκές αυτό κενό στις δημόσιες δομές ψυχικής υγείας στα νησιά του Βορείου Αιγαίου μεταφράζεται εκτός από έλλειψη προσωπικού, σε καθυστερήσεις, αδιέξοδα και άνισες ευκαιρίες φροντίδας για τα παιδιά που τη χρειάζονται. Σε ένα ευαίσθητο πεδίο, όπου ο χρόνος και η άμεση παρέμβαση είναι καθοριστικοί, η απουσία επαρκούς στήριξης επιβαρύνει τα παιδιά και τις οικογένειές τους, που καλούνται να καλύψουν τα κενά ενός συστήματος που παραμένει ελλιπές.