
Το πρωί του Μεγάλου Σαββάτου, η καρδιά της Μυτιλήνης χτύπησε δυνατά, σε έναν ρυθμό γνώριμο αλλά κάθε φορά βαθιά συγκλονιστικό. Στον επιβλητικό ναό του Αγίου Θεράποντα, το σήμα κατατεθέν της πόλης, οι καμπάνες αντήχησαν χαρμόσυνα, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα ο βροντερός ήχος από τα ξύλινα στασίδια και τις καρέκλες που χτυπούσαν με δύναμη οι πιστοί στο πάτωμα, έδινε τον τόνο μιας από τις πιο ιδιαίτερες στιγμές της Ορθοδοξίας.
Ήταν η ώρα της λεγόμενης Πρώτης Ανάστασης. Ένα τελετουργικό βαθιά ριζωμένο στην παράδοση, που λειτουργεί ως προανάκρουσμα της μεγάλης νύχτας, της Ανάστασης του Κυρίου. Ένα ξέσπασμα ελπίδας, που προμηνύει τη νίκη της ζωής απέναντι στον θάνατο.
Μέσα στον κατάμεστο ναό, το δάπεδο ήταν στρωμένο με δαφνόφυλλα, σύμβολο νίκης και θριάμβου. Οι πιστοί, κάθε ηλικίας, με βλέμματα γεμάτα συγκίνηση και προσμονή, συμμετείχαν ενεργά σε μια εμπειρία που ξεπερνά τα όρια μιας απλής θρησκευτικής τελετής.
Την κορύφωση της στιγμής σηματοδότησε η εμφάνιση του πρωτοπρεσβύτερου του ναού, παπα Θανάση, ο οποίος ξεπρόβαλε από την Ωραία Πύλη τρέχοντας, κρατώντας καλάθια γεμάτα δάφνες. Με γρήγορες κινήσεις και ένταση, ράντιζε το εκκλησίασμα, σκορπίζοντας τα φύλλα, την ώρα που ο ψαλμός «Ανάστα ο Θεός, κρίνον την γην...» πλημμύριζε κάθε γωνιά του ναού.
Η ατμόσφαιρα έγινε σχεδόν ηλεκτρισμένη. Οι πιστοί χτυπούσαν ρυθμικά τα στασίδια, κουνούσαν τους πολυελαίους, δημιουργώντας έναν εκκωφαντικό αλλά ταυτόχρονα λυτρωτικό ήχο. Ένα ηχητικό κύμα που έμοιαζε να διαπερνά τους τοίχους και να ξεχύνεται στους δρόμους της πόλης καθώς δεν είναι απλώς για ένα έθιμο που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο αλλά μια ζωντανή έκφραση πίστης και συλλογικής μνήμης. Μια στιγμή όπου η κοινότητα γίνεται ένα σώμα και μια φωνή, που αντιστέκεται στη φθορά και αναζητά το φως.