
Στην Επάνω Σκάλα, απέναντι από το ΙΚΑ, το Mosaik Support Center συνεχίζει να λειτουργεί ως ένας από τους ελάχιστους σταθερούς χώρους στήριξης για ανθρώπους με προσφυγικό και μεταναστευτικό υπόβαθρο στη Λέσβο. Το ρεπορτάζ του «Ν», με φόντο την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Ρατσισμού (21 Μαρτίου- Διεθνής Ημέρα Εξάλειψης των Φυλετικών Διακρίσεων) κατέγραψε από κοντά τη σημερινή του λειτουργία, αλλά και τη σύνδεσή του με το πρόγραμμα στέγασης Selamet, μέσα από τις μαρτυρίες της Έφης Λατσούδη, εργαζόμενης στη Refugee Support Aegean (RSA) και ιδρυτικού μέλους του χώρου, και της Κατερίνας Ευσταθίου-Σελάχα, εθελόντριας ψυχολόγου.

Tο Mosaik ξεκίνησε το 2016, στον απόηχο της συμφωνίας Ε.Ε. - Τουρκίας, με στόχο να ανταποκριθεί «στην τεράστια κρίση ψυχικής υγείας» που είχε δημιουργηθεί σε ανθρώπους εγκλωβισμένους στη Μόρια, αλλά και να προσφέρει έναν χώρο μέσα στην πόλη, όπου θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε βασικά δικαιώματα, στην εκπαίδευση, στην έκφραση και στην επαφή με την τοπική κοινωνία.
«Δεν μπορείς να είσαι άνθρωπος αποκλεισμένος και να περιμένεις ότι θα προχωρήσεις, ότι θα φτιάξεις ζωή στην Ευρώπη ή θα ενταχθείς», σημείωσε χαρακτηριστικά, επιμένοντας ότι η ένταξη δεν είναι μονόδρομη διαδικασία, αλλά απαιτεί δομές μέσα στην κοινωνία, ώστε «και για εμάς και για την κοινωνία να γνωρίσει αυτούς τους ανθρώπους, να τους καταλάβει».
Από το προσφυγικό «επείγον» στη μακρόχρονη στήριξη
Η εικόνα του Mosaik έχει αλλάξει δραστικά μέσα στα χρόνια, όπως άλλαξε και το ίδιο το προσφυγικό στη Λέσβο. Στα πρώτα του χρόνια, ο χώρος δεχόταν καθημερινά εκατοντάδες ανθρώπους. «Μιλάμε για έναν χώρο που είχε 700 και 800 ανθρώπους την ημέρα», ανέφερε η κ. Λατσούδη, περιγράφοντας μια διαρκή κινητικότητα οργανώσεων, εθελοντών και ωφελούμενων.
Σήμερα, οι αφίξεις είναι λιγότερες, πολλές οργανώσεις έχουν αποχωρήσει, όμως η ανάγκη για παρουσία ενός τέτοιου χώρου παραμένει. Το Mosaik λειτουργεί πια με δύο βασικές βάρδιες μαθημάτων, κυρίως ελληνικών και αγγλικών, ενώ διατηρεί δράσεις όπως εργαστήρια, υποστήριξη για σύνταξη βιογραφικών, προετοιμασία για εργασία, συμμετοχή σε job fairs και δραστηριότητες που φέρνουν σε επαφή τους ωφελούμενους με εργοδότες.

Αν παλαιότερα τα μαθήματα λειτουργούσαν και ως διέξοδος από τη μονοτονία και την ασφυξία του camp, σήμερα έχουν αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερο πρακτικό βάρος. Οι γλώσσες, η επαγγελματική προετοιμασία και η εξοικείωση με τα δικαιώματα και τις διαδικασίες θεωρούνται αναγκαία εργαλεία για να μπορέσουν οι άνθρωποι «να προχωρήσουν, να γίνουν ανεξάρτητες, να μπουν στην εργασία», όπως είπε η κ. Λατσούδη.
Ένα πρόγραμμα για γυναίκες που έχουν επιβιώσει από τη βία
Κομβικό μέρος της σημερινής λειτουργίας του χώρου αποτελεί το πρόγραμμα Selamet, το οποίο εγκαινιάστηκε τον Μάιο του 2024. Το όνομά του, που στη λεσβιακή διάλεκτο σημαίνει «κάνοντας τα πράγματα με τον σωστό τρόπο», αποτυπώνει και τη φιλοσοφία του εγχειρήματος.
Για τις ανάγκες του προγράμματος ενοικιάστηκε για 15 χρόνια ένα ιστορικό κτήριο, το οποίο ανακαινίστηκε εκ βάθρων, με συμμετοχή προσφύγων και σε συνεργασία με ντόπιους μάστορες, ώστε η ίδια η διαδικασία αποκατάστασης του κτηρίου να προσφέρει ευκαιρίες εργασίας και εκπαίδευσης.
Το Selamet παρέχει πολυεπίπεδη υποστήριξη σε γυναίκες και παιδιά που είναι επιζώντες ή δυνητικά επιζώντες έμφυλης βίας. Στόχος του είναι η αποκατάσταση της αξιοπρέπειας, η ψυχολογική στήριξη και η ενίσχυση της κοινωνικής και οικονομικής αυτονομίας. Στο πλαίσιο αυτό, προσφέρονται ψυχολογική υποστήριξη με τραυμα-ενημερωμένη προσέγγιση, νομική συμβουλευτική και προστασία όπου απαιτείται, καθώς και κάλυψη βασικών αναγκών, όπως στέγαση, τροφή, φαρμακευτική υποστήριξη και μετακινήσεις, ιδίως σε επείγουσες περιπτώσεις.
Κάθε ωφελούμενη υποστηρίζεται μέσα από εξατομικευμένο σχέδιο, προσαρμοσμένο στις δικές της ανάγκες, ενώ η διεπιστημονική ομάδα επιχειρεί να εξασφαλίσει ολιστική υποστήριξη, τόσο σε επίπεδο ψυχικής αποκατάστασης όσο και κοινωνικής ένταξης.
«Να είμαι συνοδοιπόρος στο ταξίδι τους»
Η Κατερίνα Ευσταθίου-Σελάχα, που στηρίζει εθελοντικά το εγχείρημα ως ψυχολόγος, περιέγραψε τη δουλειά της όχι ως μια τυπική θεραπευτική σχέση, αλλά ως μια προσπάθεια συνοδείας και ενδυνάμωσης. «Βασικός μου στόχος είναι η ψυχική ενδυνάμωση, αν και όσο το επιθυμούν εκείνες. Θα έλεγα καλύτερα ότι είναι το να είμαι συνοδοιπόρος σε ό,τι εκείνες ζουν αυτή τη στιγμή», ανέφερε.
Όπως εξήγησε, οι γυναίκες που φτάνουν εκεί έχουν πίσω τους μακρά διαδρομή κακοποίησης, βίας, φτώχειας και ξεριζωμού. «Έχουν υποστεί σωματική, σεξουαλική βία. Έχουν γνωρίσει φτώχεια σε πολύ δύσκολες καταστάσεις. Οπότε εμείς εδώ είμαστε ένα μέρος του ταξιδιού τους», είπε, τονίζοντας πως ο στόχος είναι να νιώσουν λίγη σταθερότητα, να «πατήσουν λίγο τα πόδια τους» και να μπορέσουν να δουν πού θέλουν να πάνε από εδώ και πέρα.
Τα ζητήματα που αναδύονται, όπως είπε, αφορούν τραύμα, απώλεια, θλίψη και χρόνιο πόνο. Όμως καμία ιστορία δεν είναι ίδια με την άλλη. «Η κάθε γυναίκα έχει την ιστορία της, είναι μοναδική», σημείωσε, εξηγώντας ότι η προσέγγιση προσαρμόζεται κάθε φορά στον χαρακτήρα, τις ανάγκες και τα όρια του κάθε ανθρώπου.
Η ίδια περιέγραψε και τη δική της εμπλοκή με το πρόγραμμα ως βαθιά προσωπική επιλογή: «Νιώθω ότι πρέπει και θέλω να το κάνω. Είναι κάτι που κάνω αρχικά για μένα, γιατί ανταποκρίνεται σε αυτά που πιστεύω».
Μητρότητα, τραύμα και καθημερινή επιβίωση
Η δουλειά που γίνεται δεν περιορίζεται στις ατομικές συναντήσεις. Όπως ανέφερε η κ. Ευσταθίου-Σελάχα, η υποστήριξη έχει και ομαδική διάσταση, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στον γονεϊκό ρόλο, καθώς πολλές από τις γυναίκες είναι μητέρες μικρών παιδιών. Μέσα στην καθημερινή επαφή αναδύονται ζητήματα φροντίδας, αγωνίας, εξάντλησης, αλλά και της σχέσης με τα παιδιά μέσα σε ένα περιβάλλον ακραίας αβεβαιότητας.
Η επικοινωνία δεν είναι πάντα εύκολη, καθώς απαιτεί συχνά τη συνδρομή διερμηνέων, όμως η ψυχολόγος σημειώνει ότι όπου υπάρχει κοινή γλώσσα, η άμεση επαφή χτίζεται πιο γρήγορα. Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο παραμένει η ακρόαση, η παρουσία και η ανθρώπινη σχέση.
«Το αποτέλεσμα δεν είναι πολλές φορές άμεσο», παραδέχθηκε. «Είναι πολύ σημαντικό το ότι ερχόμαστε κοντά και το ότι μια γυναίκα μπορεί να ανοιχτεί, να μοιραστεί, να μιλήσει και να ακουστεί». Και αυτό, σε ένα ξένο και αφιλόξενο περιβάλλον, μπορεί να είναι από μόνο του καθοριστικό.
Η στέγαση ως θεραπευτική πράξη
Η Έφη Λατσούδη στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της στέγασης, περιγράφοντάς την ως θεμελιώδη συνθήκη αξιοπρέπειας. Οι γυναίκες που μεταφέρονται από το camp στο σπίτι του Selamet εκφράζουν, όπως είπε, έντονη ανακούφιση και ευγνωμοσύνη, ακριβώς επειδή η μετακίνηση αυτή μεταφράζεται σε ασφάλεια, έλεγχο της ζωής τους, στοιχειώδη υγιεινή και προστασία για τα παιδιά τους.
«Δυσκολεύομαι να μιλήσω για “καλύτερες συνθήκες” στο camp, γιατί πάντα το συγκρίνουμε με τη Μόρια και λέμε ότι είναι καλύτερο. Για τους ανθρώπους δεν είναι καλύτερο», τόνισε. Όπως περιέγραψε, πίσω από αυτή τη σχετικοποίηση παραμένουν κατάφωρες παραβιάσεις δικαιωμάτων: η έλλειψη ιδιωτικότητας, οι δυσκολίες στην καθαριότητα, στην πρόσβαση στο νερό, στο φαγητό, στην ασφάλεια των παιδιών.
Η ίδια μίλησε με οργή για τη διαχρονική αναπαραγωγή αυτών των συνθηκών, παρά τα μεγάλα κονδύλια που έχουν διατεθεί για τις προσφυγικές δομές. «Είναι ντροπή», είπε, επισημαίνοντας ότι πολλές από αυτές τις δομές κοστίζουν ακριβά «για το τίποτα, για να βασανίζουν τους ανθρώπους».
Το πιο δύσκολο: τι γίνεται με τα παιδιά
Καθώς κάποιες από τις γυναίκες κάνουν βήματα προς την εργασία και την αυτονομία, ένα από τα πιο σύνθετα ζητήματα που αναδεικνύεται είναι η φροντίδα των παιδιών. Σύμφωνα με την κ. Λατσούδη, πολλές γυναίκες βρίσκουν δουλειά ή επιθυμούν να εργαστούν, όμως δεν έχουν καμία υποστηρικτική δομή για το ποιος θα μείνει με τα παιδιά όσο λείπουν.
«Το βασικό πρόβλημα είναι τα παιδιά», είπε ξεκάθαρα. «Τι θα κάνουν με τα παιδιά όταν αυτές θα δουλέψουν». Πρόκειται για πρόβλημα που αφορά πολλές γυναίκες, ντόπιες και μη, όμως για τις προσφύγισσες είναι ακόμη πιο οξύ, καθώς συχνά δεν διαθέτουν κανένα οικογενειακό ή κοινωνικό δίκτυο στήριξης. Δεν είναι τυχαίο, όπως σημείωσε, ότι κάποιες δουλεύουν έχοντας κυριολεκτικά το παιδί πάνω τους για να μη χάσουν τη θέση εργασίας τους.
Κενά στην υγεία και την προστασία
Η λειτουργία του Selamet έρχεται, όπως υποστήριξε η κ. Λατσούδη, να καλύψει και ανάγκες που δεν καλύπτονται πλέον από το κράτος ή άλλες δομές. Ανάμεσα στα πιο ανησυχητικά κενά που ανέφερε είναι η πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, στα φάρμακα, στις μετακινήσεις για ιατρικούς λόγους, αλλά και στα εμβόλια των παιδιών.
Όπως είπε, ακόμη και παιδιά που πηγαίνουν σε σχολεία της περιοχής χρειάζεται να εμβολιαστούν με δαπάνες που αναζητούνται εκ των υστέρων, την ώρα που σχετικές παροχές έχουν περιοριστεί ή διακοπεί για ανθρώπους που έχουν ήδη βγει από το camp και έχουν μεταφερθεί σε δομές εκτός αυτού. «Έχει μπλέξει πάρα πολύ το πράγμα», σχολίασε, περιγράφοντας ένα πεδίο στο οποίο οι οργανώσεις αναγκάζονται να καλύπτουν βασικές ελλείψεις για να μη μείνουν άνθρωποι χωρίς φροντίδα.
Αριθμοί που δείχνουν το μέγεθος της ανάγκης
Τα στοιχεία που αφορούν το 2025 είναι αποκαλυπτικά για τη ζήτηση και τη βαρύτητα του προγράμματος. Κατά τη διάρκεια της χρονιάς φιλοξενήθηκαν 48 άτομα, εκ των οποίων 19 παιδιά, προερχόμενα από πολλές διαφορετικές χώρες. Παράλληλα, καταγράφηκαν 36 αιτήματα στέγασης για συνολικά 64 άτομα, στοιχείο που αποτυπώνει το μεγάλο κενό σε ασφαλείς δομές φιλοξενίας.
Οι περισσότερες παραπομπές αφορούσαν περιστατικά έμφυλης βίας, σε ποσοστό 36%, ενώ σημαντικό μέρος σχετιζόταν με ζητήματα υγείας, trafficking, ασφάλειας και εγκυμοσύνης. Το πρόγραμμα, πέρα από τη φιλοξενία, υποστήριξε και την οικονομική αυτονόμηση των ωφελούμενων, με 9 γυναίκες να βρίσκουν εργασία μέσα στη χρονιά.
«Δεν διαχωρίζω πρόσφυγες και ντόπιους»
Ιδιαίτερη σημασία είχε και η απάντηση που δόθηκε στο συχνό προβοκατόρικο ερώτημα γιατί τέτοιες δομές εστιάζουν στους πρόσφυγες και όχι στους «Έλληνες». Η κ. Λατσούδη ξεκαθάρισε ότι η δουλειά τους αφορά την πρόσβαση στα δικαιώματα συνολικά και όχι μια λογική διαχωρισμών.
Μάλιστα, υπογράμμισε ότι το ίδιο το σπίτι του Selamet σχεδιάστηκε εξαρχής με προοπτική να μπορεί να ανοίξει και σε γυναίκες της τοπικής κοινωνίας που βρίσκονται σε ανάγκη. Όπως αποκάλυψε, υπάρχει ήδη συνεργασία με τον Δήμο και το σπίτι έχει φιλοξενήσει δύο φορές, έπειτα από δημοτική παραπομπή, ντόπιες γυναίκες που αντιμετώπιζαν κακοποίηση. Παράλληλα, υπάρχει συμμετοχή στη γραμμή «Βοήθεια στο σπίτι» για κακοποιημένες γυναίκες.
«Δεν διαχωρίζω πρόσφυγες και ντόπιους. Βλέπω ανθρώπους», ανέφερε και η Κατερίνα Ευσταθίου-Σελάχα από την πλευρά της, συνοψίζοντας τη βασική αρχή που διατρέχει το εγχείρημα.
Ένα πιλοτικό μοντέλο με βλέμμα πέρα από τη Λέσβο
Ο ευρύτερος στόχος είναι το Selamet να αποτελέσει ένα πιλοτικό μοντέλο που θα μπορούσε να εφαρμοστεί και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, συμβάλλοντας στη δημιουργία βιώσιμων και ασφαλών κοινοτήτων. Την ίδια στιγμή, λειτουργεί και ως πεδίο ανάδειξης των κενών που αφήνουν οι σημερινές πολιτικές προστασίας, υποχρεώνοντας την κοινωνία και τους θεσμούς να δουν πιο καθαρά τι λείπει.
Για την Έφη Λατσούδη, η απάντηση στη ματαιότητα που προκαλεί η κλίμακα των πολέμων, της προσφυγιάς και της αδικίας δεν είναι η παραίτηση, αλλά η μαζικοποίηση της δράσης: «Νομίζω η μόνη λύση για αυτή τη ματαιότητα που νιώθουμε όλοι είναι να βγούμε πιο πολλοί άνθρωποι, να συνδεθούμε μεταξύ μας, να κάνουμε πράγματα».
Και ίσως εκεί βρίσκεται και το ουσιαστικότερο μήνυμα του ρεπορτάζ: σε μια περίοδο όπου το προσφυγικό έχει γίνει για πολλούς «αόρατο», υπάρχουν ακόμη στη Λέσβο χώροι που επιμένουν να θυμίζουν ότι η αξιοπρέπεια, η στέγη, η εκπαίδευση, η φροντίδα και η ασφάλεια δεν είναι προνόμια, αλλά στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα.