
Με επίκεντρο την ανάγκη για έγκαιρη αναγνώριση των πρώιμων ενδείξεων αυτισμού και τη σημασία της διεπιστημονικής συνεργασίας, θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 21 Μαρτίου, στις 6 το απόγευμα, στο Επιμελητήριο Μυτιλήνης, ημερίδα με θέμα «Πρώιμες Ενδείξεις Αυτισμού: Η αξία της Διεπιστημονικής Προσέγγισης», με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.
Για το περιεχόμενο και τους στόχους της εκδήλωσης μίλησαν στον ρ/σ του «Ν» στους 99 fm η λογοθεραπεύτρια Αδριανή Χατζηεμμανουήλ, επιστημονικά υπεύθυνη του Κέντρου Θεραπευτικής Παρέμβασης «Λέξημα», και η ψυχολόγος MSc Βαλεντίνα Βεκρή, επιστημονικά υπεύθυνη του Κέντρου Ειδικών Θεραπειών «therabloom», αναδεικνύοντας τόσο τη σημασία της πρώιμης ανίχνευσης όσο και τα μεγάλα κενά που εξακολουθούν να υπάρχουν στη Λέσβο.
Όπως εξήγησαν οι δύο επιστήμονες, βασικός στόχος της ημερίδας είναι η αφύπνιση του επιστημονικού και εκπαιδευτικού κοινού, αλλά και των οικογενειών, γύρω από τις ενδείξεις που μπορεί να εμφανιστούν πολύ νωρίς, ήδη από την ηλικία των 12 έως 36 μηνών. Όπως σημείωσαν, όταν τα σημάδια αναγνωριστούν εγκαίρως και υπάρξει πρώιμη παρέμβαση, τότε βελτιώνεται ουσιαστικά όχι μόνο η αναπτυξιακή πορεία του παιδιού, αλλά και η καθημερινή λειτουργικότητα ολόκληρης της οικογένειας.
Η Αδριανή Χατζηεμμανουήλ στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της διεπιστημονικότητας, επισημαίνοντας ότι το παιδί χρειάζεται να εξετάζεται σφαιρικά, λογοθεραπευτικά, ψυχοθεραπευτικά και εργοθεραπευτικά, με βασικό γνώμονα την παιδοψυχιατρική εκτίμηση. Στην ημερίδα, άλλωστε, θα συμμετάσχει και ο παιδοψυχίατρος Γιώργος Πυλαρινός, μαζί με τον εργοθεραπευτή Χρήστο Μούτση, ώστε να δοθεί μια ολοκληρωμένη εικόνα για τα πρώιμα σημάδια και την κατάλληλη παραπομπή.
Από την πλευρά της, η Βαλεντίνα Βεκρή τόνισε ότι οι παιδίατροι βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, καθώς είναι εκείνοι που παρακολουθούν αναπτυξιακά το παιδί και μπορούν να εντοπίσουν τις ενδείξεις που θα οδηγήσουν σε πιο εξειδικευμένη αξιολόγηση.
Οι δύο ομιλήτριες υπογράμμισαν ότι, ενώ σήμερα ο αυτισμός είναι πλέον περισσότερο αναγνωρίσιμος στην κοινωνία, το κρίσιμο ζητούμενο είναι να μη χάνεται πολύτιμος χρόνος. Όπως είπαν, οι έρευνες αλλά και η κλινική εμπειρία δείχνουν ότι όταν ένα παιδί διαγνωστεί από πολύ νωρίς, περίπου από 18 έως 24 μηνών, μπορεί να ωφεληθεί σημαντικά από την πρώιμη παρέμβαση στις επικοινωνιακές, κοινωνικές και γνωστικές του δεξιότητες.
Η κ. Βεκρή σημείωσε ότι τα παιδιά που ξεκινούν παρέμβαση σε πολύ μικρή ηλικία έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα απορρόφησης δεξιοτήτων, καθώς ο εγκέφαλος βρίσκεται σε φάση ταχύτερης ανάπτυξης και μπορεί πιο εύκολα να δημιουργήσει νέες συνάψεις. Η Αδριανή Χατζηεμμανουήλ περιέγραψε αυτή την ανάγκη με τη φράση ότι «πρέπει να πάμε ένα βήμα πιο πέρα και ένα βήμα πιο πριν», εξηγώντας ότι πλέον δεν αρκεί απλώς να αναγνωρίζουμε τον αυτισμό, αλλά να μπορούμε να τον εντοπίζουμε όσο το δυνατόν νωρίτερα.
Σε ερώτηση για το αν σήμερα υπάρχουν περισσότερα παιδιά στο φάσμα ή απλώς μιλάμε περισσότερο για τον αυτισμό, οι δύο επιστήμονες εκτίμησαν ότι η αυξημένη αναγνωρισιμότητα οδηγεί και σε περισσότερες διαγνώσεις. Όπως ανέφεραν, οι γονείς είναι πλέον πιο ενημερωμένες/οι, οι επαγγελματίες διαθέτουν περισσότερα διαγνωστικά εργαλεία και η ίδια η κοινωνία έχει αρχίσει να αποδέχεται περισσότερο τη συζήτηση γύρω από το φάσμα.
Παρουσιάζοντας τα διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα, η Αδριανή Χατζηεμμανουήλ σημείωσε ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες, με βάση στοιχεία του CDC, η αναλογία έχει μεταβληθεί θεαματικά τις τελευταίες δεκαετίες, από μία περίπτωση ανά 150 γεννήσεις το 2000 σε μία ανά 31 σήμερα. Όπως διευκρίνισε, τα στοιχεία αυτά αφορούν συγκεκριμένους πληθυσμούς, ωστόσο καταδεικνύουν σαφώς ότι η καταγραφή και η αναγνωρισιμότητα έχουν αυξηθεί σημαντικά.
Μιλώντας για τον ίδιο τον αυτισμό, η Βαλεντίνα Βεκρή τον περιέγραψε ως μια νευρολογική διαταραχή που επηρεάζει κυρίως την κοινωνική αλληλεπίδραση, την επικοινωνία και τη συμπεριφορά. Τόνισε παράλληλα ότι πρόκειται για φάσμα, γεγονός που σημαίνει ότι η εικόνα από άτομο σε άτομο μπορεί να διαφέρει πολύ: από ανθρώπους υψηλής λειτουργικότητας που σπουδάζουν και πετυχαίνουν ακαδημαϊκά, μέχρι άτομα με πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες στην επικοινωνία, στη συμπεριφορά και στην καθημερινή ένταξη.
Η Αδριανή Χατζηεμμανουήλ πρόσθεσε ότι τα άτομα στο φάσμα αντιλαμβάνονται τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος με διαφορετικό τρόπο και πως οι αισθητηριακές δυσκολίες παίζουν συχνά καθοριστικό ρόλο. Ένας ήχος που για τους περισσότερους περνά απαρατήρητος, για ένα παιδί στο φάσμα μπορεί να είναι εξαιρετικά έντονος και να επηρεάσει άμεσα τη συμπεριφορά του.
Για τις ίδιες, ο αυτισμός δεν εξαντλείται σε έναν κατάλογο «ελλειμμάτων», αλλά συνδέεται με έναν διαφορετικό τρόπο αντίληψης και επεξεργασίας του κόσμου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η συζήτηση για τους εφήβους και ενήλικες που φτάνουν σε διάγνωση πολύ αργότερα. Η Αδριανή Χατζηεμμανουήλ σημείωσε ότι πολλές φορές η διάγνωση λειτουργεί ανακουφιστικά, καθώς το άτομο κατανοεί καλύτερα γιατί αισθανόταν διαφορετικό μέσα στα κοινωνικά πλαίσια.
Η Βαλεντίνα Βεκρή υπογράμμισε πως σε αυτές τις περιπτώσεις η ψυχοθεραπευτική υποστήριξη είναι εξαιρετικά σημαντική, τόσο για την κατανόηση των αναγκών του ατόμου όσο και για την πρόληψη συνοσηροτήτων, όπως το άγχος και η κατάθλιψη, που συχνά συνοδεύουν την εμπειρία των ατόμων στο φάσμα μέσα σε μια νευροτυπική κοινωνία.
Μάλιστα, έφερε ως παράδειγμα την περίπτωση 16χρονης που διαγνώστηκε έπειτα από έντονη κρίση, παρά το γεγονός ότι μέχρι τότε η οικογένειά της δεν είχε συνδέσει τις δυσκολίες της με το φάσμα. Όπως είπε, η έναρξη ψυχοθεραπείας τη βοήθησε ήδη να αισθάνεται καλύτερα.
Στη συζήτηση τέθηκε και το πώς τα μέσα ενημέρωσης και οι σειρές συχνά προβάλλουν μια εξιδανικευμένη εικόνα του αυτισμού, συνδέοντάς τον σχεδόν αποκλειστικά με εξαιρετικά χαρισματικά ή ιδιοφυή άτομα. Οι δύο ομιλήτριες επισήμαναν ότι, παρότι υπάρχουν όντως άτομα στο φάσμα με ιδιαίτερες δεξιότητες, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη.
Όπως ειπώθηκε, λιγότερο από το 40% των ατόμων στο φάσμα αναπτύσσει πολύ έντονα ιδιαίτερα ταλέντα, συνήθως σε πιο εξειδικευμένους τομείς, ενώ ακόμη και αυτά τα άτομα έχουν βιώσει μεγάλες δυσκολίες στην παιδική ηλικία και στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Παράλληλα, η Βαλεντίνα Βεκρή σημείωσε ότι πολλά παιδιά στο φάσμα εμφανίζουν πράγματι εξαιρετικές ικανότητες, στη μουσική, στα αγγλικά, στους αριθμούς ή στη μνήμη, και πως αυτά τα δυνατά τους σημεία μπορούν να αξιοποιηθούν δημιουργικά στην πορεία τους.
Οι δύο ειδικοί αναφέρθηκαν εκτενώς και στη μακρά πορεία υποστήριξης των παιδιών, από τις πρώτες ηλικίες μέχρι την ενήλικη ζωή. Η Βαλεντίνα Βεκρή εξήγησε ότι εργάζεται με παιδιά ακόμη και από την ηλικία των δύο ετών, όταν έχει ήδη τεθεί διάγνωση ή έχουν εντοπιστεί σοβαρές ενδείξεις, ενώ περιέγραψε τη μακρόχρονη σχέση που αναπτύσσεται με πολλές οικογένειες.
Στα μικρότερα παιδιά, όπως είπε, η παρέμβαση αφορά κυρίως τη συμπεριφορά, τις γνωστικές δεξιότητες, την κοινωνική αλληλεπίδραση και τη στενή συνεργασία με το οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον. Μεγαλώνοντας, όμως, προστίθεται και η ατομική ή ομαδική ψυχοθεραπεία, ώστε να καλλιεργηθούν πιο σύνθετες δεξιότητες, όπως η ευελιξία σκέψης, η θεωρία του νου, η κατανόηση των κοινωνικών κανόνων και η ένταξη σε ομάδες.
Οι δύο επιστήμονες συμφώνησαν ότι με κατάλληλη και έγκαιρη παρέμβαση αρκετά παιδιά, ιδίως εκείνα με καλό λειτουργικό δυναμικό, μπορούν να φτάσουν σε σημαντικούς βαθμούς αυτονόμησης, ακόμη και σε σπουδές ή εργασία, πάντα όμως με τις αναγκαίες προσαρμογές και τη σωστή υποστήριξη.
Παρά τη βελτίωση στην παρουσία λογοθεραπευτριών/ών και άλλων επαγγελματιών στη Λέσβο, οι δύο ομιλήτριες στάθηκαν με έμφαση στο σοβαρό κενό που εξακολουθεί να υπάρχει στη δημόσια παιδοψυχιατρική εκτίμηση.
Η Αδριανή Χατζηεμμανουήλ σημείωσε ότι εδώ και αρκετά χρόνια δεν παρέχεται σταθερά δημόσια παιδοψυχιατρική αξιολόγηση στο νησί, γεγονός που δυσκολεύει ιδιαίτερα τις οικογένειες, ειδικά όσες δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να απευθυνθούν ιδιωτικά ή να ταξιδέψουν εκτός Λέσβου. Όπως υπογράμμισε, η ανάγκη είναι τεράστια και αφορά όχι μόνο παιδιά στο φάσμα, αλλά πολλά διαφορετικά αναπτυξιακά και ψυχικά ζητήματα.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η Βαλεντίνα Βεκρή τόνισε ότι πολλές οικογένειες αναγκάζονται να ταξιδεύουν σε Αθήνα, Χίο ή αλλού για να καλύψουν αυτή την ανάγκη, ενώ επεσήμανε ότι και μετά την ενηλικίωση εξακολουθεί να υπάρχει έλλειμμα δομών και οργανωμένης υποστήριξης για την αποκατάσταση και την επαγγελματική ένταξη των ατόμων στο φάσμα.
Η ημερίδα του Σαββάτου, που διοργανώνεται από το Κέντρο Θεραπευτικής Παρέμβασης «Λέξημα» σε συνδιοργάνωση με το Κέντρο Ειδικών Θεραπειών «therabloom», απευθύνεται σε παιδιάτρους, εκπαιδευτικούς, ειδικούς παιδαγωγούς της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, γονείς αλλά και κάθε ενδιαφερόμενη/ο.
Στην εκδήλωση θα μιλήσουν ο παιδοψυχίατρος Γιώργος Πυλαρινός, η ψυχολόγος MSc Βαλεντίνα Βεκρή, ο εργοθεραπευτής MA BSc Χρήστος Μούτσης και η λογοθεραπεύτρια Αδριανή Χατζηεμμανουήλ, παρουσιάζοντας επιστημονικά δεδομένα, κλινική εμπειρία και πρακτικές κατευθύνσεις για την έγκαιρη αναγνώριση και παραπομπή.
Η είσοδος είναι ελεύθερη, ενώ στους συμμετέχοντες/ουσες θα δοθεί ενημερωτικό υλικό. Θα υπάρχει επίσης δυνατότητα χορήγησης βεβαίωσης συμμετοχής, κατόπιν καταγραφής ονοματεπωνύμου και email στη σχετική λίστα με τη λήξη της ημερίδας.