
Πίσω από τη Μητρόπολη Μυτιλήνης, σε έναν χώρο που μέχρι το 2000 φιλοξενούσε περίπου 80 αριστούχους μαθητές από τα χωριά της Λέσβου, σήμερα ακούγεται ένας άλλος παλμός. Δεν είναι εφηβικές φωνές, αλλά είναι το βράσιμο της κατσαρόλας, το χτύπημα της κουτάλας, οι χαμηλές κουβέντες γυναικών που ξέρουν ότι το φαγητό που ετοιμάζουν είναι γεύμα αγάπης.
Το «Ν» βρέθηκε στους χώρους παρασκευής του συσσιτίου που λειτουργεί από το 2015 με πρωτοβουλία της Μητρόπολης. Καθημερινά, από Δευτέρα έως Παρασκευή, ετοιμάζονται περίπου 70 μερίδες φαγητού. Δεκαπέντε από αυτές διανέμονται κατ’ οίκον σε ανθρώπους κατάκοιτους ή με σοβαρά προβλήματα υγείας. Την Παρασκευή δίνονται διπλές μερίδες, ώστε οι ωφελούμενοι να έχουν φαγητό και για το Σαββατοκύριακο.
Στην κουζίνα, την ώρα της επίσκεψής μας, έβραζαν φακές. Δίπλα, ψωμί και χαλβάς. «Το κυριότερο είναι ότι είναι μαγειρευτό φαγητό», θα πει αργότερα ο π. Αντώνιος. «Και το φτιάχνουν με τέτοια αγάπη».
«Έρχομαι για τις ψυχές που φύγανε»
Η Ελένη ανακατεύει κόβει τα μεγάλα κρεμμύδια με σταθερές κινήσεις. Τη ρωτάμε γιατί είναι εδώ. «Είναι λόγοι θρησκευτικοί. Για τις ψυχές που φύγανε, για εθελοντισμό», απαντά. «Φύγανε τα παιδιά και δεν έχω δουλειά. Περνάω ωραία εδώ και μ’ αρέσει να προσφέρω», λέει μια άλλη κυρία.
Έρχεται κάθε Τετάρτη. «Και αν με χρειαστούν, έρχομαι κι άλλες μέρες». Παρατηρεί όμως κάτι που τη στενοχωρεί: «Δεν έρχονται πολλοί νέοι. Όλοι είναι 70-80. Χρειάζεται ένα νέο χέρι. Κάποιος αρρωσταίνει…».
Η Πόπη απαριθμεί τα φαγητά των τελευταίων ημερών: φασολάκια πράσινα, φακές σήμερα, φρικασέ την Παρασκευή. «Όλα νηστίσιμα σήμερα», λέει χαμογελώντας.

Η Μαρία ξυπνάει από τις έξι παρά το πρωί. «Μένω στα κεντρικά, έρχομαι με τα ποδαράκια μου, κάνω και τη γυμναστικούλα που πρέπει», μας λέει. Έρχεται τρεις μέρες την εβδομάδα. «Όλη μου τη ζωή τακτοποιούσα τα παιδιά μου. Τώρα που έχω τον χρόνο, θέλω να βοηθήσω. Οι συνάνθρωποί μας πεινάνε. Όσο πιάνουν τα χέρια μου, θα έρχομαι».
Κάποιες από τις γυναίκες είναι χήρες. Κάποιες ζουν μόνες. «Έρχομαι και για την ψυχολογία», θα μας πει η κ. Ασπασία. Η κουζίνα είναι χώρος προσφοράς, αλλά και κοινότητας.
70 μερίδες καθημερινά – και μια γιαγιά 93 ετών
«Γύρω στις 70 μερίδες καθημερινά», εξηγεί ο π. Αντώνιος. «Κάποιοι έρχονται και παίρνουν το φαγητό τους. Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που δεν μπορούν. Είναι κατάκοιτοι. Το πηγαίνουμε εμείς. Είναι περίπου 15 άτομα».
Η επιλογή των ωφελούμενων δεν γίνεται αυθαίρετα. Υπάρχει επιτροπή, συγκεντρώνονται δικαιολογητικά, εξετάζονται οικονομικά και προβλήματα υγείας. «Βλέπουμε τις ανάγκες που έχουν», λέει. «Δυστυχώς, το 2026 υπάρχουν άνθρωποι που δεν έχουν ρεύμα. Δεν έχουν νερό».
Στους ωφελούμενους υπάρχουν άνθρωποι άνω των 80 ετών. «Έχουμε και μια γιαγιά 93 χρονών, κατάκοιτη. Προσπαθούμε να τη βοηθήσουμε όσο μπορούμε».
Ο αριθμός θα μπορούσε να είναι μεγαλύτερος. «Υπάρχουν και άλλοι που ντρέπονται. Είναι φιλότιμοι άνθρωποι. Προσπαθούμε να τους ανακαλύψουμε, να τους ζητήσουμε να έρθουν».

Από το οικοτροφείο στο συσσίτιο
Ο χώρος έχει τη δική του ιστορία. «Εδώ υπήρχαν περίπου 80 παιδιά. Ήταν οικοτροφείο για αριστούχους μαθητές από τα χωριά, που έρχονταν για το γυμνάσιο», θυμάται ο π. Αντώνιος. Το οικοτροφείο σταμάτησε το 2000. Από το 2015, με πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη, ο χώρος αξιοποιήθηκε για τη σίτιση των ευάλωτων συμπολιτών.
Σήμερα, 20 γυναίκες είναι δηλωμένες εθελόντριες. Καθημερινά μαγειρεύουν τέσσερις έως έξι, ανάλογα με τις ανάγκες. «Αν δεν υπήρχε αγάπη μεταξύ τους και μεταξύ μας, δεν θα γινόταν αυτή η δουλειά», τονίζει.
Μας έκανε εντύπωση η αμεσότητα της συνεννόησης. Δεν υπάρχουν γραπτές συνταγές, δεν χρειάζονται πολλές κουβέντες. «Οι επόμενες έχουν ήδη αποφασίσει τι θα μαγειρέψουν αύριο», λέει γελώντας.
«Έστω ένα σακουλάκι ρύζι»
Οι πρώτες ύλες προέρχονται από προσφορές. «Άνθρωποι που αγαπούν τον εθελοντισμό, που αγαπούν αυτό που γίνεται, μας βοηθούν καθημερινά», εξηγεί ο π. Αντώνιος. Πολλοί είναι Μυτιληνιοί της Αθήνας, που δεν ξεχνούν τον τόπο τους.
«Κάθε άνθρωπος, έστω και ένα σακουλάκι ρύζι, ένα πακέτο μακαρόνια… Δεν θα έχουν πρόβλημα. Δυστυχώς δεν μας φτάνουν πάντα τα τρόφιμα. Αλλά ο Θεός δεν αφήνει. Υπάρχουν άνθρωποι που μας βοηθούν πάρα πολύ».
Η Μυτιλήνη, με τις αντιφάσεις της, κρατά ακόμη αυτό το νήμα της αλληλεγγύης. Σε έναν χώρο που άλλοτε στέγαζε όνειρα μαθητών, σήμερα ζεσταίνεται το φαγητό για 70 ζωές καθημερινά.
Και ανάμεσα σε φακές, φασολάκια και φρικασέ, η πιο ουσιαστική «πρώτη ύλη» παραμένει αυτή που δεν μετριέται σε κιλά: η αγάπη.