
Ο Μάρτης είναι ο μήνας που οι ελαιοπαραγωγοί της Λέσβου έχουν αφιερώσει στο κλάδεμα των ελαιόδεντρων. Ωστόσο, την Κυριακή 8 Μαρτίου, ένας ελαιοπαραγωγός από τη Μόρια, ένα χωριό λίγα χιλιόμετρα βόρεια της Μυτιλήνης, που εργάζεται δεκαετίες στα ελαιοκτήματα της περιοχής, δήλωνε στο «Ν» πως «φέτος δεν άκουσα ούτε ένα αλυσοπρίονο να δουλεύει στον ελαιώνα της Μόριας».
Με τη φράση αυτή ο συνομιλητής μας περιέγραψε την απουσία ενδιαφέροντος από τους ελαιοπαραγωγούς της περιοχής να καλλιεργήσουν τα κτήματά τους, καθώς το κόστος παραγωγής υπερκαλύπτει τα έσοδα που προκύπτουν από την πώληση του ελαιολάδου. Αιτία είναι οι χαμηλές τιμές παραγωγού σε συνδυασμό με τις χαμηλές αποδόσεις του καρπού σε λάδι τις τρεις τελευταίες χρονιές.
Η έλλειψη ενδιαφέροντος, σε πολλές περιπτώσεις, είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας των ιδιοκτητών ελαιοκτημάτων να καλύψουν το κόστος κλαδέματος. Τα ημερομίσθια για τους κλαδευτές κυμαίνονται από 60 έως 80 ευρώ, ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το ελαιόκτημα και την κλίση του εδάφους.
Στις αρχές Φεβρουαρίου, όταν ακόμη η διαδικασία της συγκομιδής του καρπού ήταν σε εξέλιξη, άλλος ελαιοπαραγωγός μας έλεγε πως στην περιοχή της Συκούντας, σε πάρα πολλά ελαιοκτήματα, οι ελιές δεν συγκομίστηκαν, καθώς οι ιδιοκτήτες τους θεώρησαν ασύμφορο να μαζέψουν τον καρπό. Εκείνες τις ημέρες ο ίδιος σημείωνε πως «φέτος έχει πολύ ηρεμία και πολλή μοναξιά να βρίσκεσαι στον ελαιώνα».
Παρότι τη φετινή ελαιοπαραγωγική περίοδο ο όγκος του καρπού ήταν περιορισμένος, η διαδικασία της συγκομιδής επεκτάθηκε έως τις αρχές Μαρτίου. Αυτό συνέβη γιατί αρκετοί ελαιοπαραγωγοί δεν είχαν τη δυνατότητα ή τη βούληση να πληρώσουν εργάτες γης για τη συγκομιδή.
Οι εικόνες εγκατάλειψης που περιγράφονται έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όσα συνέβαιναν στους ελαιώνες του νησιού μόλις πριν από 2 χρόνια, όταν οι τιμές του ελαιολάδου είχαν αυξηθεί και πραγματοποιούνταν κλαδέματα και λιπάνσεις ακόμη και σε ελαιώνες που είχαν εγκαταλειφθεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Σήμερα, οι ιδιοκτήτες ελαιοκτημάτων, είτε είναι επαγγελματίες ελαιοπαραγωγοί είτε όχι, δεν έχουν ουσιαστικό οικονομικό κίνητρο να καλλιεργήσουν. Οι τιμές παραγωγού, για τα δεδομένα της Λέσβου, καθιστούν ασύμφορη την καλλιέργεια και σε πολλές περιπτώσεις ακόμη και τη συγκομιδή. Οι επιδοτήσεις, τα μικρά ποσά που λαμβάνουν οι ελαιοπαραγωγοί, είναι πλήρως αποσυνδεδεμένες από την παραγωγή και καταβάλλονται ανεξαρτήτως καλλιεργητικής δραστηριότητας.
Έτσι, η εγκατάλειψη των ελαιώνων στο νησί τείνει να εξελιχθεί σε κυρίαρχο χαρακτηριστικό της τοπικής αγροτικής πραγματικότητας.