
Ο κτηνίατρος Γιάννης Τσακίρης ήταν καλεσμένος στην εκπομπή «Μιλάμε Οικονομικά» του ραδιοφωνικού σταθμού 99 fm ΣΤΟ ΝΗΣΙ, σε μια συζήτηση που κινήθηκε γύρω από την ευλογιά των προβάτων έως το ευρύτερο κύμα ζωονόσων που πιέζει την κτηνοτροφία στην Ελλάδα, τα Βαλκάνια και την Ευρώπη. Αφορμή στάθηκαν οι εκτιμήσεις ότι την άνοιξη μπορεί να έρθει νέο μεγάλο κύμα ευλογιάς, εξέλιξη που αυξάνει τους φόβους για νέα κρούσματα στη Λέσβο και τη Λήμνο, παρότι στα δύο νησιά δεν έχουν καταγραφεί κρούσματα εδώ και περίπου 1,5 χρόνο.
Η ευλογιά μειώθηκε αλλά δεν εξαφανίστηκε
Σύμφωνα με τον κτηνίατρο, τους δύο πρώτους μήνες του 2026 υπήρξε κάμψη στα κρούσματα, χωρίς όμως να μπορεί κανείς να μιλήσει για εξάλειψη. Αντίθετα, η εμφάνιση κρούσματος σε περιοχή που μέχρι τώρα θεωρούνταν απαλλαγμένη, στην Ήπειρο και συγκεκριμένα σε χωριό της Πάργας, έδειξε ότι η νόσος μπορεί να μετακινείται απρόβλεπτα και να δίνει νέες εστίες. Όπως τόνισε, τα μεγάλα μέτωπα παραμένουν κυρίως στη Θεσσαλία και σε περιοχές κοντά στον Έβρο, ενώ σποραδικές αναφορές ακούγονται και σε άλλες γεωγραφικές ζώνες της χώρας.
Γιατί η άνοιξη θεωρείται επικίνδυνη
Ο Γιάννης Τσακίρης εξήγησε ότι η αλλαγή της εποχής ευνοεί τη διασπορά, καθώς αυξάνεται η κυκλοφορία των ζώων και ενισχύονται οι πιθανές οδοί μετάδοσης μέσα από την κίνηση στο ύπαιθρο και την παρουσία άγριων ζώων και πτηνών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, υποστήριξε ότι η παρατεταμένη διάρκεια της επιζωοτίας, που σέρνεται εδώ και περίπου 2 χρόνια, μεγαλώνει συνολικά τον κίνδυνο, γιατί όσο παραμένει ενεργή μια νόσος τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να περάσει σε νέες περιοχές.
Υποστελέχωση στις κτηνιατρικές υπηρεσίες
Σημαντικό κομμάτι της συζήτησης αφορούσε τις αντοχές των κτηνιατρικών υπηρεσιών. Ο κτηνίατρος ήταν ευθύς, λέγοντας ότι το Υπουργείο έχει ευθύνες, καθώς οι κτηνιατρικές υπηρεσίες έχουν μείνει χωρίς επαρκές προσωπικό. Έφερε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Λήμνο, σημειώνοντας ότι είναι γνωστό πως δεν διαθέτει κτηνίατρο, παρά το γεγονός ότι έχει ζωικό κεφάλαιο που εκτιμάται στις 80.000 έως 100.000 πρόβατα. Περιέγραψε επίσης το πρακτικό βάρος της διαχείρισης ενός κρούσματος, από τη λήψη δειγμάτων και την αποστολή στο εργαστήριο έως τη διαδικασία σφαγής και ταφής του κοπαδιού, επισημαίνοντας ότι όταν υπάρχουν καθημερινά 4, 5, 6 ή 7 κρούσματα, οι υπηρεσίες δεν μπορούν να ανταποκριθούν με την ταχύτητα που απαιτείται.
Κτηνιατρική υπηρεσία από 1200 σε 300, η εικόνα που δεν βγαίνει
Σε μια πιο συνολική αποτίμηση, ο κτηνίατρος έδωσε μια ενδεικτική εικόνα της συρρίκνωσης των δημόσιων κτηνιατρικών υπηρεσιών, λέγοντας ότι παλαιότερα υπήρχαν περίπου 1200 άτομα και σήμερα είναι γύρω στα 300. Υποστήριξε ότι δεν είναι αναγκαστικά ο στόχος η επιστροφή σε εκείνα τα επίπεδα, αλλά ότι απαιτείται τουλάχιστον διπλασιασμός του σημερινού δυναμικού ώστε να μπορούν οι υπηρεσίες να ανταποκριθεί, ειδικά σε μια περίοδο όπου οι επιζωοτίες δείχνουν να πολλαπλασιάζονται και να απλώνονται.
Εμβόλιο ή όχι, μια συζήτηση που έγινε άκαμπτη
Ένα από τα πιο αιχμηρά σημεία της συνέντευξης αφορούσε τη συζήτηση για τον εμβολιασμό. Ο κτηνίατρος ανέφερε ότι στο Υπουργείο επικρατεί μια άποψη πλήρους αντίθεσης με τον εμβολιασμό. Ταυτόχρονα, είπε ότι υπάρχουν και άλλες επιστημονικές φωνές που προτείνουν να δοκιμαστεί εμβολιασμός σε περιορισμένη κλίμακα γύρω από εστίες, όχι μαζικά, ως ένα επιπλέον εργαλείο μετά από 1,5 χρόνο όπου η νόσος δεν έχει ελεγχθεί αποφασιστικά. Στη συζήτηση τονίστηκε ότι ακόμη και αν χρησιμοποιηθεί εμβόλιο σε τοπικό επίπεδο, τα μέτρα βιοασφάλειας δεν καταργούνται και παραμένουν καθοριστικά.
Ενεργητική επιτήρηση, το μάθημα από τη Λέσβο
Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στην εμπειρία της Λέσβου, όπου, όπως περιγράφηκε, η αντιμετώπιση βασίστηκε σε ενεργητική επιτήρηση γύρω από την εστία, με ελέγχους σε γειτονικές μονάδες, εξέταση ζώων ένα προς ένα, άμεση λήψη δειγμάτων όπου υπήρχαν ύποπτα συμπτώματα και γρήγορη επιβεβαίωση από τα εργαστήρια. Ο κτηνίατρος εξήγησε ότι εκεί βοήθησαν και εθελοντές συνάδελφοι, στρατιωτικοί κτηνίατροι και μέσα που παραχώρησαν οι Ένοπλες Δυνάμεις, ώστε να κινηθεί γρήγορα το σύστημα. Αντίθετα, εξέφρασε την ανησυχία ότι σε άλλες περιοχές κυριαρχεί πιο παθητική προσέγγιση, όπου όλοι περιμένουν τη δήλωση του κτηνοτρόφου, με κίνδυνο να έχει ήδη προχωρήσει η νόσος.
Βιοασφάλεια και ευθύνες μέσα στις μονάδες
Η συζήτηση δεν έμεινε μόνο στο κράτος. Ο Γιάννης Τσακίρης υπογράμμισε ότι υπάρχουν ευθύνες και από την πλευρά των κτηνοτρόφων, όταν παραμελούνται βασικά μέτρα, όπως απολυμαντικά μέσα στις εισόδους, αλλαγή ρούχων κατά την είσοδο και την έξοδο, έλεγχος πριν από αγορές ζώων από άλλες μονάδες και, κυρίως, σωστή διαχείριση νεκρών ζώων. Ανέφερε ότι κατά καιρούς εντοπίζονται νεκρά ζώα σε χαράδρες και ρέματα, πρακτική που μπορεί να ενισχύει τη διασπορά, καθώς ο ιός μπορεί να μεταφερθεί μέσω νερών, αέρα και πτωματοφάγων πτηνών. Παράλληλα, τόνισε την ανάγκη προσοχής στις ζωοτροφές, ειδικά όταν προέρχονται από περιοχές σε ζώνες ελέγχου, καθώς υπό συνθήκες ο ιός μπορεί να επιβιώσει για μήνες και απαιτείται αυστηρή επιτήρηση της προέλευσης.
Επιδοτήσεις και η σκιά της στρέβλωσης
Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης αφιερώθηκε και στο πεδίο των επιδοτήσεων, με τον Γιάννη Τσακίρη να περιγράφει πώς η αλλαγή της ΚΑΠ και η μετατόπιση των ενισχύσεων προς βοσκότοπους και εκτάσεις, χωρίς ολοκληρωμένη μελέτη βοσκοϊκανότητας, άνοιξε τον δρόμο για την περίφημη τεχνική λύση και για στρεβλώσεις στη διανομή δικαιωμάτων. Σχολίασε ότι άλλο είναι οι μικροπαρατυπίες του παρελθόντος και άλλο να εμφανίζονται δικαιώματα σε ανθρώπους χωρίς ζώα, σε κλίμακες χιλιάδων. Στο ίδιο πλαίσιο, ανέφερε την απότομη αύξηση του δηλωμένου ζωικού κεφαλαίου πανελλαδικά, από περίπου 10.000.000 έως 11.000.000 σε 17.000.000 μέσα σε μικρό διάστημα, λέγοντας ότι έπρεπε να υπάρξει έγκαιρη υποψία και έλεγχος και ότι η κινητοποίηση επιταχύνθηκε όταν μπήκαν στη διαδικασία οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί. Κατά την εκτίμησή του, όταν κάποιοι εισπράττουν χωρίς να δικαιούνται, μειώνεται το μερίδιο αυτών που πραγματικά παράγουν, άρα δημιουργείται αφαίμαξη εισοδήματος σε βάρος των κτηνοτρόφων.
Δείτε όλη την συνέντευξη εδω: