
Τρία χρόνια μετά το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, η λέξη «πληγή» παραμένει κυριολεκτική και μεταφορική. Πενήντα επτά άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου 2023 – οι περισσότεροι νέοι και νέες 15 έως 27 ετών. Οι οικογένειές τους συνεχίζουν να αγωνίζονται για δικαίωση. Μαζί τους και οι τραυματίες, που ζουν με τις συνέπειες μιας σύγκρουσης που, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, θα μπορούσε να έχει αποφευχθεί.
Δείτε το ντοκιμαντέρ του Dnews:
Η φράση «πάμε και όπου βγει», που ακούστηκε εκείνο το βράδυ, συμπυκνώνει για πολλούς την αίσθηση εγκατάλειψης. Δύο τρένα κινούνταν για 12 λεπτά στην ίδια γραμμή πριν συγκρουστούν μετωπικά. Η δημόσια διαβεβαίωση, λίγες ημέρες νωρίτερα, από τον τότε υπουργό Μεταφορών Κώστας Καραμανλής ότι «ο σιδηρόδρομος είναι ασφαλής», επανέρχεται στη μνήμη όσων επέζησαν ως πικρή ειρωνεία. Μετά το δυστύχημα παραιτήθηκε, ενώ επανεξελέγη στις εθνικές εκλογές. Στις 8 Μαρτίου 2023, ο Άδωνις Γεωργιάδης δήλωνε ότι εάν ένας υπουργός έλεγε δημόσια πως τα τρένα δεν είναι ασφαλή, «δεν θα έμπαινε άνθρωπος να ταξιδέψει».
Σε λιγότερο από έναν μήνα αναμένεται να ξεκινήσει η δίκη με 36 κατηγορούμενους για το κακούργημα της διατάραξης ασφάλειας συγκοινωνιών. Μεταξύ αυτών στελέχη του ΟΣΕ, της ΕΡΓΟΣΕ, της Hellenic Train, του υπουργείου Μεταφορών, η πρώην πρόεδρος της ΡΑΣ και σταθμάρχες. Η υπόθεση της σύμβασης 717, που αφορούσε την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων σηματοδότησης και τηλεδιοίκησης, βρίσκεται στον πυρήνα της δικαστικής διερεύνησης. Σύμφωνα με τεχνικές εκθέσεις που περιλαμβάνονται στη δικογραφία, ακόμη και η λειτουργία των φωτεινών σηματοδοτών θα μπορούσε να είχε αποτρέψει τη σύγκρουση.
Ο Αντώνης, ένας από τους τραυματίες, μιλά για ένα βράδυ που ξεκίνησε ως μια συνηθισμένη επιστροφή και κατέληξε σε εφιάλτη. Παρέμεινε για 24 ημέρες στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας. Θυμάται το απότομο σκοτάδι, τον εκκωφαντικό θόρυβο, τα συντρίμμια. «Δεν καταλάβαινα αν ζω», λέει. Οι σωματικοί τραυματισμοί επουλώθηκαν με τον χρόνο· το αίσθημα όμως ότι «το σύστημα μας άφησε εκτεθειμένους» παραμένει.
Για τον ίδιο, η συζήτηση δεν περιορίζεται στο ανθρώπινο λάθος. «Όταν δεν υπάρχουν συστήματα ασφαλείας, όταν ο οργανισμός έχει αποδυναμωθεί, όταν οι ευθύνες μετακυλίονται, τότε μιλάμε για πολιτικές επιλογές», υποστηρίζει, αναφερόμενος στον κατακερματισμό και την ιδιωτικοποίηση του σιδηροδρόμου.
Η Εύη βρισκόταν στο βαγόνι 3. Μεταφέρθηκε με σοβαρά τραύματα στην πλάτη στη Θεσσαλονίκη για νοσηλεία. Τρία χρόνια μετά, δεν έχει ξαναταξιδέψει με τρένο. «Μόνο η ιδέα με παραλύει», ομολογεί. Οι ήχοι, οι μυρωδιές, οι εικόνες της σύγκρουσης επιστρέφουν απροειδοποίητα.
Η ίδια μιλά για τη δυσκολία της επιστροφής στην «κανονικότητα». «Οι άλλοι βλέπουν ότι περπατάς και νομίζουν ότι όλα τελείωσαν. Δεν τελειώνουν». Παρακολουθεί στενά την πορεία της δίκης. «Δεν θα φέρει πίσω τους ανθρώπους που χάθηκαν, αλλά είναι το ελάχιστο που οφείλει η Πολιτεία».
Η Σταυρούλα θεωρεί ότι στάθηκε «τυχερή μέσα στην ατυχία». Συνήθιζε να επιλέγει τα πίσω βαγόνια στα ταξίδια της. «Αυτό με έσωσε», λέει. Παρότι οι τραυματισμοί της ήταν ελαφρύτεροι, η ψυχική επιβάρυνση υπήρξε βαριά. «Νιώθεις ενοχή που ζεις», εξηγεί.
Τρία χρόνια μετά, η ζωή της έχει αλλάξει προτεραιότητες. «Δεν θεωρώ τίποτα δεδομένο. Αλλά δεν θέλω να συνηθίσουμε κιόλας». Για εκείνη, το μεγαλύτερο διακύβευμα είναι η λογοδοσία. «Αν δεν αλλάξει κάτι ουσιαστικά, τότε τι μάθαμε;»
Τα Τέμπη δεν είναι μόνο μια τραγωδία του παρελθόντος. Είναι μια υπόθεση σε εξέλιξη, με ανοιχτό δικαστικό μέτωπο και βαθύ κοινωνικό αποτύπωμα. Το ερώτημα αν θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί συνδέεται άμεσα με την υλοποίηση των συστημάτων ασφαλείας και τη λειτουργική επάρκεια του σιδηροδρόμου.
Τρία χρόνια μετά, οι τραυματίες δεν ζητούν εκδίκηση. Ζητούν δικαιοσύνη, διαφάνεια και ένα αυτονόητο: να μην ξανακουστεί ποτέ το «πάμε και όπου βγει» ως περιγραφή της δημόσιας ασφάλειας.