
Η ελληνική ποτοποιία και αποσταγματοποιία άφησε πίσω της την κάμψη το 2023 και το 2024 επανήλθε δυναμικά σε τροχιά ανάπτυξης, καταγράφοντας άνοδο σε παραγωγή, εξαγωγές και κατανάλωση.
Η συνολική παραγωγή αλκοολούχων ποτών έφτασε τα 21,4 εκατομμύρια λίτρα καθαρής αλκοόλης, αυξημένη κατά +3,2% σε σχέση με το 2023, ενώ σε ορίζοντα 10ετίας η άνοδος ξεπερνά το +20%. Παράλληλα, οι εξαγωγές ενισχύθηκαν κατά +3% σε όγκο, φτάνοντας τα 13,9 εκατομμύρια λίτρα αλκοόλης, με την αξία τους να ξεπερνά για 2η συνεχή χρονιά τα 100 εκατομμύρια ευρώ, αγγίζοντας τα 114,5 εκατομμύρια ευρώ. Η εγχώρια κατανάλωση των ελληνικών ποτών αυξήθηκε κατά +2%, διαμορφούμενη στα 7,3 εκατομμύρια λίτρα καθαρής αλκοόλης. Με βάση τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα ο ΣΕΑΟΠ (Σύνδεσμο Ελλήνων Παραγωγών Αποσταγμάτων Αλκοολούχων Ποτών)

Το ούζο βασιλιάς των αλκοολούχων ποτών
Στην καρδιά αυτής της εικόνας βρίσκεται ξεκάθαρα το ούζο, το οποίο παραμένει ο βασικός πυλώνας της ελληνικής παραγωγής. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ανάλυσης, το ούζο κατέχει μερίδιο 62,6% της συνολικής παραγωγής και παράγεται από 180 μονάδες σε όλη τη χώρα. Το 2024 η παραγωγή του αυξήθηκε κατά +4,9% σε σχέση με το 2023, ενώ στη 10ετία η άνοδος φτάνει το +14,8%. Είναι ξεκάθαρη η κυριαρχία του με 13,38 εκατομμύρια λίτρα αλκοόλης από τα 21,37 εκατομμύρια του συνόλου.
Ο ρόλος του ούζου ενισχύεται ακόμη περισσότερο στο πεδίο των εξαγωγών. Με 10,2 εκατομμύρια λίτρα αλκοόλης και 36,3 εκατομμύρια φιάλες, το ούζο αντιπροσωπεύει το 73,3% του συνόλου των εξαγωγών ελληνικών αλκοολούχων ποτών. Το 2024 οι εξαγωγές του αυξήθηκαν κατά +3,6%, ενώ σε βάθος 10ετίας η άνοδος φτάνει το +19,7%. Το ούζο αποτελεί τον αδιαμφισβήτητο πρεσβευτή της ελληνικής ποτοποιίας στις διεθνείς αγορές.

Και στην εσωτερική αγορά το ούζο διατηρεί την πρωτοκαθεδρία του, με μερίδιο 42% στη συνολική εγχώρια διάθεση ελληνικών ποτών. Το 2024 κατέγραψε αύξηση +3,5%, δηλαδή περίπου 500 χιλιάδες φιάλες επιπλέον, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική του σταθερότητα. Παρά τη μικρή σωρευτική κάμψη -1,5% στη 10ετία, το ούζο παραμένει η πιο αναγνωρίσιμη και σταθερή κατηγορία, σε μια αγορά όπου το συνολικό μερίδιο των εισαγόμενων ποτών ανέρχεται στο 56,5%, έναντι 43,5% των ελληνικών.
Δυναμική ανάπτυξη για τσίπουρο και τσικουδιά
Η ανάλυση αναδεικνύει επίσης τη δυναμική άλλων κατηγοριών. Το τσίπουρο και η τσικουδιά κατέχουν μερίδιο 10,1% της παραγωγής και εμφανίζουν εντυπωσιακή δεκαετή άνοδο άνω του +102%, με ισχυρή ώθηση από την εσωτερική κατανάλωση. Τα ελληνικά λικέρ, αν και μικρότερης κλίμακας, καταγράφουν δεκαετή αύξηση +89% στην παραγωγή και +135,8% στις εξαγωγές. Παράλληλα, τα ποτά τύπου brandy και λοιπά αποστάγματα διατηρούν σημαντική παρουσία, ιδίως στο εξαγωγικό σκέλος.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι περίπου το 78% των εξαγόμενων ελληνικών αλκοολούχων ποτών αφορά προϊόντα με Γεωγραφική Ένδειξη, στοιχείο που ενισχύει την ταυτότητα και την προστιθέμενη αξία τους. Σε αυτό το πλαίσιο, το ούζο, ως κατεξοχήν προϊόν Γεωγραφικής Ένδειξης, λειτουργεί όχι μόνο ως εμπορικός πυλώνας αλλά και ως φορέας εθνικής ταυτότητας και πολιτισμικού αποτυπώματος.
Προβληματίζει το ενεργειακό κόστος
Παρά τη θετική εικόνα, ο κλάδος επισημαίνει τις προκλήσεις που συνδέονται με το αυξημένο ενεργειακό και λειτουργικό κόστος, τις πληθωριστικές πιέσεις, τη γραφειοκρατία και τον υψηλό ΕΦΚ (Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης), καθώς και τη μεταβολή των καταναλωτικών προτύπων, ιδιαίτερα στις νεότερες γενιές. Ο Πρόεδρος του ΣΕΑΟΠ κ. Μαυράκης υπογραμμίζει ότι το 2024 αποτέλεσε χρονιά ανάκαμψης και ανθεκτικότητας, τονίζοντας την ανάγκη εκσυγχρονισμού του θεσμικού πλαισίου και λήψης μέτρων στήριξης της εξωστρέφειας και της βιωσιμότητας του κλάδου.
Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει από την ανάλυση είναι σαφής. Το 2024 επιβεβαίωσε ότι η ελληνική ποτοποιία διαθέτει αντοχές, προσαρμοστικότητα και διεθνή δυναμική. Στον πυρήνα αυτής της δυναμικής βρίσκεται το ούζο, το οποίο εξακολουθεί να αποτελεί το ισχυρότερο χαρτί της χώρας στον χώρο των αλκοολούχων ποτών, τόσο σε όγκο παραγωγής όσο και σε εξαγωγική διείσδυση, διαμορφώνοντας σε μεγάλο βαθμό τη συνολική εικόνα και τις προοπτικές του κλάδου.