
Σφοδρή κριτική στο νέο πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης άσκησε η βουλευτής του ΚΚΕ Μαρία Κομνηνάκα, μιλώντας στη συνεδρίαση της Επιτροπής Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης της Βουλής. Όπως υποστήριξε, οι διατάξεις του σχεδίου νόμου οδηγούν σε μια Δικαιοσύνη ταχύτερη και πιο αποτελεσματική για το κεφάλαιο και τις μεγάλες δικηγορικές εταιρείες, αλλά ταυτόχρονα πιο ακριβή, εχθρική και απρόσιτη για τον λαό, τους αυτοαπασχολούμενους και τους μισθωτούς δικηγόρους.
Αναφερόμενη στο πρώτο μέρος του νομοσχεδίου, που προβλέπει τη σύσταση και λειτουργία Ενιαίου Ψηφιακού Μητρώου για την παρακολούθηση ποινικών υποθέσεων διαφθοράς, έκανε λόγο για υποκριτικό ενδιαφέρον της κυβέρνησης απέναντι σε φαινόμενα που, όπως σημείωσε, είναι σύμφυτα με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Υποστήριξε ακόμη ότι διαχρονικά τέτοιες υποθέσεις είτε δεν φτάνουν ποτέ στα δικαστήρια είτε καταλήγουν εκεί υποβαθμισμένες, ενώ εξέφρασε ανησυχία για ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων κατηγορουμένων, μαρτύρων και εμπλεκομένων, επισημαίνοντας τον κίνδυνο διαρροών και παραβιάσεων.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο δεύτερο μέρος του νομοσχεδίου, που αφορά τροποποιήσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και, όπως ανέφερε, αποτελεί τον βασικό κορμό των αλλαγών. Κατήγγειλε αλλεπάλληλες παρεμβάσεις που, κατά την άποψή της, γίνονται κάθε φορά πιο αντιδραστικές, επιβάλλοντας νέους περιορισμούς και οικονομικά βάρη στους διαδίκους. Αναφέρθηκε σε «κόφτες» στην προδικασία, σε αύξηση του κόστους, σε περιορισμό των ανακοπών κατά πλειστηριασμών και σε περαιτέρω ιδιωτικοποίηση της Δικαιοσύνης.
Ειδική αναφορά έκανε στην υποχρεωτικότητα προσδιορισμού εκκρεμών εφέσεων και αναιρέσεων που έχουν ασκηθεί έως την 31η Δεκεμβρίου 2025, χαρακτηρίζοντας τη ρύθμιση ασφυκτική και συνδεδεμένη με την οικονομική δυνατότητα των διαδίκων. Παράλληλα, επέκρινε τη διάταξη που προβλέπει ότι ένδικα μέσα τα οποία δεν προσδιορίζονται θα θεωρούνται ως μηδέποτε κατατεθέντα, κάνοντας λόγο για απαράδεκτη και αντισυνταγματική πρόβλεψη που ενδέχεται να οδηγήσει σε απώλεια δικονομικών δικαιωμάτων και σε περαιτέρω επιβάρυνση των μεγάλων Εφετείων.
Η βουλευτής του ΚΚΕ στάθηκε και στις διατάξεις που, όπως υποστήριξε, προωθούν τη μεταφορά δικαστικής ύλης σε ιδιώτες, υποβαθμίζοντας τις δικαστικές εγγυήσεις και περιορίζοντας τη δυνατότητα ουσιαστικής δικαστικής προστασίας για εργαζόμενους και λαϊκά στρώματα. Επισήμανε επίσης την προβλεπόμενη αύξηση δικαστικών εξόδων, καθώς και ρυθμίσεις που, με αφορμή και την αποχή των συμβολαιογράφων από τη δημοσίευση διαθηκών, ενδέχεται να τους εκθέσουν σε ποινικές διώξεις.
Κλείνοντας την τοποθέτησή της, χαρακτήρισε προβληματικό και το τρίτο μέρος του σχεδίου νόμου, κάνοντας λόγο για ετερόκλητες διατάξεις που απαιτούν ουσιαστική μελέτη και συζήτηση. Δήλωσε ότι το ΚΚΕ καταψηφίζει το νομοσχέδιο επί της αρχής, υποστηρίζοντας ότι οι ρυθμίσεις του κινούνται σε κατεύθυνση αντίθετη με τα συμφέροντα των εργαζομένων και της λαϊκής πλειοψηφίας.