
Σχεδόν 25 χρόνια μετά το τελευταίο κουδούνι που χτύπησε το 2001, το Δημοτικό Σχολείο Βασιλικών παραμένει κλειστό, αφημένο στη φθορά του χρόνου. Το εμβληματικό νεοκλασικό κτίριο, που χτίστηκε το 1935 και εγκαινιάστηκε το 1936 επί νομαρχίας Γεωργίου Παπανδρέου, κάποτε καμάρι του χωριού και ζωντανό κύτταρο παιδείας, σήμερα στέκει 400 μέτρα από το κέντρο των Βασιλικών βουβό και επικίνδυνο. Το «Ν» φέρνει το θέμα για δεύτερη φορα στην επικαιρότητα μέσα σε διάστημα 9 μηνών με την ελπίδα να υπάρξει παρέμβαση έστω την ύστατη στιγμή πριν καταρρεύσει το κτίριο. 
Η πρόεδρος της κοινότητας, Μαρία Σοφού, περιγράφει μια εικόνα που δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Όπως σημειώνει, το κτίριο βρίσκεται σε πολύ άσχημη κατάσταση και είναι επικίνδυνο ακόμη και να το πλησιάσει κάποιος. Η παλαιότερη εδαφολογική μελέτη είχε δείξει ότι το υπέδαφος είναι προβληματικό και μετακινούμενο, όμοιο με σπήλαιο, γεγονός που καθιστά οποιαδήποτε αποκατάσταση εξαιρετικά κοστοβόρα. «Ματώνει η καρδιά όλων των κατοίκων να το βλέπουμε να καταρρέει μέρα με τη μέρα», τονίζει, επισημαίνοντας ότι αν είχε γίνει παρέμβαση περίπου 20 χρόνια πριν, όταν οι φθορές ήταν περιορισμένες, το σχολείο πιθανότατα θα είχε σωθεί.
Ο Θεόφιλος Πατσέας, κάτοικος Βασιλικών και απόφοιτος του σχολείου, ο οποίος δεν κρύβει τη συγκίνησή του. Όπως λέει, δεν αντέχει να βλέπει να χάνεται το κτίριο στο οποίο φοίτησε και στο οποίο μεγάλωσαν γενιές παιδιών, συνολικά περίπου 6.000 μαθητές. Ο ίδιος ήρθε σε επαφή με την Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων, η οποία, σύμφωνα με όσα του ανέφερε, είναι διατεθειμένη να εξετάσει και να εγκρίνει οποιαδήποτε μελέτη της υποβληθεί. Η πρόταση για νέα εδαφολογική μελέτη είναι πρωτοβουλία του ίδιου του κ. Πατσέα, ώστε να αποτυπωθεί η σημερινή κατάσταση του εδάφους και να διαπιστωθεί αν πράγματι το υπέδαφος είναι τόσο ασταθές όσο υποστήριζε η παλαιά μελέτη.
Μάλιστα, επισημαίνει ότι στον σεισμό του 2017, αν και το κτίριο υπέστη ζημιές, άντεξε, γεγονός που, κατά την άποψή του, ίσως δείχνει ότι η κατάσταση του υπεδάφους δεν είναι απολύτως απαγορευτική για μια στοχευμένη και τεχνικά τεκμηριωμένη παρέμβαση. Το βασικό εμπόδιο, ωστόσο, παραμένει το υψηλό κόστος, το οποίο, όπως εκτιμά, αποθαρρύνει Δήμο και Περιφέρεια από το να προχωρήσουν, θεωρώντας ότι δεν αξίζει να δαπανηθούν μεγάλα ποσά για ένα μικρό χωριό και ένα κτίριο με εκτεταμένες φθορές.
Κι όμως, το σχολείο των Βασιλικών κάποτε ήταν ζωντανός χώρος. Με τις 4 μεγάλες αίθουσες και τα 2 γραφεία διδασκάλων, φωτεινό και ευρύχωρο για τα δεδομένα της εποχής, αποτέλεσε για δεκαετίες σημείο αναφοράς για την περιοχή. Είχε διατυπωθεί μάλιστα η πρόθεση να ενταχθεί σε ευρωπαϊκό πρόγραμμα και να μετατραπεί σε Μουσείο Δημοτικής Εκπαίδευσης, ένας χώρος μνήμης με παλιά θρανία, πίνακες και βιβλία, όμως η ιδέα δεν προχώρησε.
Σχεδόν έναν αιώνα μετά την ανέγερσή του, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Θα υπάρξει συντονισμένη πρωτοβουλία από Υπουργείο Πολιτισμού, Εφορεία Νεωτέρων Μνημείων και Δήμο Δυτικής Λέσβου για να διασωθεί ένα ιστορικό κτίριο που σημάδεψε την εκπαιδευτική ιστορία του τόπου ή θα αφεθεί να καταρρεύσει, παίρνοντας μαζί του ένα κομμάτι συλλογικής μνήμης της περιοχής;