
Σε ηλικία 88 ετών έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος δημοσιογράφος Αριστείδης Μανωλάκος, μια προσωπικότητα που άφησε έντονο αποτύπωμα τόσο στον χώρο της ενημέρωσης όσο και στον πολιτικό και συνδικαλιστικό στίβο. Η διαδρομή του συνδέθηκε με τους αγώνες της Αριστεράς, τη μαχητική δημοσιογραφία και τη συνδικαλιστική δράση σε κρίσιμες περιόδους για τον κλάδο.
Γεννημένος το 1938 στον Ασωπό Λακωνίας, φοίτησε στο Γυμνάσιο Μολάων και στη συνέχεια σπούδασε Νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από το 1955 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου και ξεκίνησε την επαγγελματική και πολιτική του πορεία.
Η πολιτική του δράση ξεκίνησε νωρίς. Το 1956, με πρόταση του Αντρέα Λεντάκη, οργανώθηκε στην παράνομη ΕΠΟΝ. Το 1958, μετά τη διάλυση των παράνομων οργανώσεων του ΚΚΕ, συμμετείχε στη Νεολαία της ΕΔΑ ως μέλος του Γραφείου Σπουδάζουσας και αργότερα ως γραμματέας του, διαδεχόμενος τον Γρηγόρη Γιάνναρο.
Υπήρξε ενεργό στέλεχος της Αριστεράς, με συμμετοχή και στη Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη, σε μια εποχή έντονων πολιτικών ζυμώσεων και κοινωνικών αγώνων.
Στη δημοσιογραφία εργάστηκε ως ελεύθερος ρεπόρτερ στην εφημερίδα Τα Νέα και ως πολιτικός συντάκτης στην Αυγή και την Ελευθεροτυπία. Η γραφή του χαρακτηριζόταν από πολιτική οξυδέρκεια, βαθιά γνώση των συσχετισμών και σταθερή προσήλωση στις δημοκρατικές αρχές.
Κάλυψε κρίσιμες περιόδους της μεταπολεμικής Ελλάδας, παρακολουθώντας από κοντά τις πολιτικές εξελίξεις και συμβάλλοντας στη διαμόρφωση της δημόσιας συζήτησης.
Μετά το 1997 διετέλεσε δύο φορές πρόεδρος της ΕΣΗΕΑ, έχοντας εκλεγεί στη θέση αυτή το 2001. Σε μια περίοδο μετασχηματισμού των ΜΜΕ και εντεινόμενων πιέσεων στον κλάδο, η παρουσία του στην ηγεσία της Ένωσης Συντακτών συνδέθηκε με αγώνες για την προάσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων και της δημοσιογραφικής ανεξαρτησίας.Η συνδικαλιστική του δράση θεωρήθηκε κομβική για τη διατήρηση της ενότητας του κλάδου σε δύσκολες συγκυρίες.
Ο Αριστείδης Μανωλάκος παραχώρησε το προσωπικό του αρχείο και πλούσια φωτογραφική συλλογή στην Εταιρεία Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη διατήρηση τεκμηρίων που φωτίζουν την πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας από τη δεκαετία του 1950 έως τη Μεταπολίτευση.
Η απώλειά του αφήνει ένα κενό στον δημοσιογραφικό κόσμο και στην ιστορική μνήμη της Αριστεράς. Η πορεία του συνδύασε τη δημοσιογραφική συνέπεια με την πολιτική στράτευση και τον συνδικαλιστικό αγώνα, αποτελώντας σημείο αναφοράς για πολλές γενιές δημοσιογράφων.