
Σε υψηλούς τόνους κινήθηκε η συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε το πρωί της Πέμπτης 12/2 ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος, ο οποίος βρίσκεται στο επίκεντρο ερευνών για υπόθεση που αφορά ενδεχόμενη υπεξαίρεση ευρωπαϊκών και κρατικών κονδυλίων. Ο ίδιος εμφανίστηκε κατηγορηματικός ως προς την παραμονή του στη θέση του, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν προτίθεται να παραιτηθεί, παρά τις πιέσεις που δέχεται.
«Τολμούν να μου ζητούν να παραιτηθώ άνθρωποι που μέχρι χτες με χάιδευαν» ανέφερε χαρακτηριστικά, αφήνοντας αιχμές για σκοπιμότητες πίσω από τις καταγγελίες. Όπως υποστήριξε, οι κατηγορίες που διατυπώνονται εις βάρος του είναι πλήρως ανυπόστατες, κάνοντας λόγο για προσπάθεια ηθικής και πολιτικής του εξόντωσης. Μίλησε για «δολοφονία χαρακτήρα» και για παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, τονίζοντας ότι πληροφορήθηκε επισήμως τις κατηγορίες μόλις την προηγούμενη ημέρα, όταν έλαβε τη διαταγή δέσμευσης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε σε διαρροή non paper, διερωτώμενος επανειλημμένα ποιος το διένειμε και για ποιο λόγο. «Κάποιοι που νόμιζαν ότι θα μπορούσαν να με πλήξουν έκαναν καταγγελίες και κάποιοι έπεσαν στην παγίδα» σημείωσε, συνδέοντας την υπόθεση με ενδοσυνδικαλιστικές αντιπαραθέσεις.
Απαντώντας στα δημοσιεύματα περί εμπλοκής 6 εταιρειών σε προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ υποστήριξε ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες δεν είχαν τέτοια δραστηριότητα, ενώ προχώρησε και σε διάψευση για τα προγράμματα που φέρονται να σχετίζονται με ποσά 73 εκατομμυρίων ευρώ. Όπως είπε, τα προγράμματα που αναφέρονται «δεν υπήρξαν καν», ενώ διευκρίνισε ότι ορισμένα σχέδια είχαν απενταχθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο και όσα είχαν συμβασιοποιηθεί δεν αφορούσαν τα ποσά που δημοσιεύονται.
Παράλληλα, προειδοποίησε ότι θα κινηθεί νομικά τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο κατά όσων, όπως ανέφερε, τον έφεραν σε αυτή τη θέση «όπου έχω χτυπηθεί αλύπητα».
Η υπόθεση, ωστόσο, δεν φαίνεται να περιορίζεται στο πρόσωπο του προέδρου της ΓΣΕΕ. Σύμφωνα με πληροφορίες, η έρευνα της Αρχής για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος επεκτείνεται σε 5 φυσικά πρόσωπα και 6 εταιρείες, ενώ στο μικροσκόπιο μπαίνουν και συγγενικά πρόσωπα των ήδη ελεγχόμενων. Σε δεύτερη φάση εκτιμάται ότι θα εξεταστεί και ο ρόλος ατόμων που είχαν εμπλοκή στη διαδικασία έγκρισης των συγκεκριμένων προγραμμάτων, ακόμη και αν κατείχαν πολιτική ιδιότητα.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η πορεία της έρευνας ενδέχεται να ανοίξει νέο κύκλο εξελίξεων τόσο στο συνδικαλιστικό πεδίο όσο και στο πολιτικό σκηνικό.