
Σοβαρές ενστάσεις και προβληματισμούς για το περιεχόμενο του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης διατύπωσε η επικεφαλής της περιφερειακής παράταξης «Αλλαγή πορείας για τα νησιά μας», Βάσω Χοχλάκα, κατά τη διάρκεια της τελευταίας συνεδρίασης του Περιφερειακού Συμβουλίου Βορείου Αιγαίου.
Όπως τόνισε, το προσχέδιο του νέου Κώδικα οδηγεί σε περαιτέρω αποδυνάμωση της Αυτοδιοίκησης, ενισχύει τον συγκεντρωτισμό και μεταφέρει αρμοδιότητες χωρίς τους αναγκαίους πόρους, υπονομεύοντας τον αναπτυξιακό και κοινωνικό ρόλο Δήμων και Περιφερειών, ιδιαίτερα στις νησιωτικές περιοχές.
Αναλυτικά σε ανακοίνωσή της αναφέρει:
Στη τελευταία συνεδρίαση του Περιφερειακού Συμβουλίου Βορείου Αιγαίου καταθέσαμε τις απόψεις μας στο πλαίσιο της συζήτησης για τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Με το προσχέδιο του Κώδικα, η θέση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης υποβαθμίζεται και αποδυναμώνεται.
Σε αντίθεση με τις μεγάλες μεταρρυθμίσεις που υλοποιήθηκαν από το ΠΑΣΟΚ και άλλαξαν ουσιαστικά την Τοπική Αυτοδιοίκηση, με μεταφορά αρμοδιοτήτων και πόρων, το νέο πλαίσιο μετακυλίει ευθύνες χωρίς την αντίστοιχη χρηματοδότηση. Δήμοι και Περιφέρειες καλούνται να λειτουργήσουν χωρίς πραγματική αυτονομία, ως εκτελεστικοί μηχανισμοί της κεντρικής διοίκησης.
Μια πραγματική μεταρρύθμιση στην Τοπική Αυτοδιοίκηση οφείλει να στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες:
α) στη διοικητική ελευθερία και την ουσιαστική αποκέντρωση, με εμπιστοσύνη στους ΟΤΑ και πραγματική μεταφορά αρμοδιοτήτων, πόρων, προσωπικού και υποδομών
β) στην οικονομική αυτοτέλεια, όχι μέσω νέων τελών στους πολίτες, αλλά με απόδοση θεσμοθετημένων πόρων και επιστροφή εσόδων που παράγονται σε τοπικό επίπεδο
γ) στη θεσμική θωράκιση των αιρετών, με σαφή διαχωρισμό πολιτικής, διοικητικής και ποινικής ευθύνης, πλήρη διαφάνεια και μηδενική ανοχή στη διαφθορά.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι αλλαγές στο εκλογικό σύστημα, με την κατάργηση του δεύτερου γύρου και την εισαγωγή της εναλλακτικής ψήφου. Η εκλογή Δημάρχων και Περιφερειαρχών με ποσοστά ακόμη και κάτω του 42% δεν διασφαλίζει καθαρή λαϊκή εντολή. Η θέση μας είναι σαφής: να παραμείνει το 50%+1.
Παράλληλα, υποβαθμίζεται η λειτουργία των συλλογικών οργάνων, με τη δυνατότητα αποφυγής των δια ζώσης συνεδριάσεων μέσω τηλεδιάσκεψης, γεγονός που περιορίζει τον δημόσιο χαρακτήρα και τη δημοκρατική λειτουργία τους.
Σε ό,τι αφορά τη λειτουργία των συλλογικών οργάνων και τη λογοδοσία, η ειδική συνεδρίαση λογοδοσίας υποβαθμίζεται από δίμηνη σε τετράμηνη, ενώ καταργείται η δυνατότητα σύγκλησης του Περιφερειακού Συμβουλίου με αίτημα του 1/3 των μελών του. Οι αλλαγές αυτές αποδυναμώνουν τον ρόλο των αιρετών και των θεσμών.
Προτείνουμε τη διατήρηση της δίμηνης συνεδρίασης λογοδοσίας, με επέκταση και στα Νομικά Πρόσωπα, την επαναφορά των επερωτήσεων και των ουσιαστικών αρμοδιοτήτων στα Δημοτικά και Περιφερειακά Συμβούλια.
Ο νέος Κώδικας δεν προβλέπει ουσιαστική αποκέντρωση ούτε διασφαλίζει ότι η μεταφορά αρμοδιοτήτων συνοδεύεται από τους αντίστοιχους πόρους και το αναγκαίο προσωπικό. Δήμοι και Περιφέρειες καλούνται να διαχειριστούν σύνθετες ανάγκες με ανεπαρκή χρηματοδότηση και σοβαρές ελλείψεις, γεγονός που υπονομεύει τον αναπτυξιακό και κοινωνικό τους ρόλο.
Προβληματική είναι και η ρύθμιση για τον Συμπαραστάτη του Πολίτη και της Επιχείρησης, καθώς σε περίπτωση μη εκλογής από το Συμβούλιο προβλέπεται ο ορισμός του από τον Ελεγκτή Νομιμότητας, γεγονός που αλλοιώνει τον θεσμικό του ρόλο και την ανεξαρτησία του.
Ταυτόχρονα, εγείρονται σοβαρά ζητήματα συμβατότητας του νέου Κώδικα με το Σύνταγμα και τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας. Η πρόσφατη Σύσταση 539 (2025) του Κογκρέσου Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης επισημαίνει ότι το περιφερειακό επίπεδο στην Ελλάδα παραμένει αδύναμο, στερείται αυτονομίας και πολιτικής ορατότητας και καλεί την κυβέρνηση να ενισχύσει την αποκέντρωση σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, την κανονιστική αρμοδιότητα και την οικονομική αυτοτέλεια των τοπικών αρχών.
Η ενίσχυση της εποπτείας, όπως διαρθρώνεται μέσω των Περιφερειακών Ενοτήτων που θα υπάγονται στο Υπουργείο Εσωτερικών, εντείνει τον συγκεντρωτισμό, ενώ η απουσία σαφούς ρύθμισης για τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τη χρηματοδοτική επάρκεια και τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό των Περιφερειών. Απαιτείται σαφές και σταθερό πλαίσιο για τους ΚΑΠ.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να περιορίζεται σε εκτελεστικό μηχανισμό της κεντρικής κυβέρνησης. Στις προκλήσεις της νέας εποχής, όπως το δημογραφικό, η εγκατάλειψη της υπαίθρου και του αγροτοκτηνοτροφικού τομέα, οι κοινωνικές και ενεργειακές ανισότητες και η κλιματική κρίση, η Αυτοδιοίκηση, που έχει άμεση επαφή με την κοινωνία, οφείλει να στηριχθεί ουσιαστικά από το κεντρικό κράτος.
Οι αλλαγές του νέου Κώδικα προκαλούν σοβαρές ενστάσεις και οι προτάσεις μας για τη βελτίωσή του είναι πολλές. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η εισαγωγή δείκτη νησιωτικότητας, ώστε να λαμβάνονται υπόψη η απομόνωση, το αυξημένο κόστος μεταφορών και οι ιδιαίτερες συνθήκες ζωής στα νησιά.
Ενδεικτικά, αναφέραμε και τα εξής: οι κοινότητες ως θεσμοί πρώτης γραμμής της αποκέντρωσης με αυτόνομα ψηφοδέλτια και αύξηση της πάγιας επιχορήγησης, η διατήρηση και ενίσχυση των σχολικών επιτροπών, καθώς και η προώθηση δομών και πολιτικών για την αντιμετώπιση του δημογραφικού ζητήματος.
Οι πολίτες δικαιούνται μια ισχυρή, αυτοδύναμη και δημοκρατική Τοπική Αυτοδιοίκηση, που στέκεται δίπλα τους, υπερασπίζεται τα συμφέροντά τους και υπηρετεί την κοινωνία, τη συνοχή και την περιφερειακή ανάπτυξη.