
Στην κορύφωση της βρίσκεται αυτή την περίοδο η εποχική γρίπη, η οποία φέτος έκανε την εμφάνισή της νωρίτερα από άλλες χρονιές, προκαλώντας αυξημένη νοσηρότητα και πίεση τόσο στα ιατρεία όσο και στο σύστημα υγείας. Αυτό τόνισε, μιλώντας στο ρ/σ του «Ν» 99 fm, ο πνευμονολόγος Παναγιώτης Θεοδοσίου, επισημαίνοντας ότι, παρά τη μεγάλη μεταδοτικότητα, η βαρύτητα της νόσου δεν διαφέρει ουσιαστικά από προηγούμενες χρονιές.
Όπως ανέφερε, κυρίαρχος τύπος είναι η γρίπη Α με νέο υπότυπο, ενώ παράλληλα καταγράφονται και κρούσματα COVID-19 και RSV, χωρίς ωστόσο να αποτελούν αυτή τη στιγμή την κύρια αιτία της έξαρσης. Η γρίπη χαρακτηρίζεται από αιφνίδια έναρξη: «Κοιμόμαστε καλά και το πρωί ξυπνάμε πολύ άσχημα», με βασικά συμπτώματα τον υψηλό πυρετό, την έντονη κεφαλαλγία, τις μυαλγίες, την καταβολή, καθώς και αναπνευστικά συμπτώματα όπως βήχα, πονόλαιμο ή δύσπνοια.
Ο κ. Θεοδοσίου υπογράμμισε ότι η διάγνωση είναι κυρίως κλινική και προειδοποίησε να μη δίνεται υπερβολική σημασία στα τεστ, καθώς δεν έχουν απόλυτη ευαισθησία. «Ένα αρνητικό τεστ δεν αποκλείει τη γρίπη», σημείωσε, τονίζοντας ότι η λανθασμένη αίσθηση ασφάλειας συμβάλλει στη διασπορά.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις επιπλοκές που μπορεί να προκαλέσει η γρίπη, κυρίως σε ευπαθείς ομάδες, όπως ιογενή ή βακτηριακή πνευμονία, μυοκαρδίτιδα ή εγκεφαλίτιδα. Σε αυτό το πλαίσιο, ξεκαθάρισε ότι τα αντιβιοτικά δεν έχουν καμία θέση στην αντιμετώπιση της απλής γρίπης και χορηγούνται μόνο σε περιπτώσεις επιπλοκών και πάντα με ιατρική οδηγία. Η αρχική αντιμετώπιση περιλαμβάνει ξεκούραση, καλή ενυδάτωση και αντιπυρετικά από την πρώτη ημέρα, ενώ σε άτομα με υποκείμενα νοσήματα μπορεί να χρειαστούν αντιϊκά.
Όσον αφορά τη διάρκεια, τα έντονα συμπτώματα διαρκούν συνήθως λίγες ημέρες, με τον βήχα να μπορεί να επιμένει περισσότερο, ενώ η συνολική εικόνα υποχωρεί στις περισσότερες περιπτώσεις μέσα σε μία εβδομάδα. Παράλληλα, συστήνεται περιορισμός επαφών, ιδιαίτερα με ηλικιωμένους και ευπαθείς, καλός αερισμός των χώρων και συχνό πλύσιμο χεριών.
Κλείνοντας, ο πνευμονολόγος επανέλαβε ότι το βασικό μέτρο πρόληψης παραμένει ο αντιγριπικός εμβολιασμός, ο οποίος θα πρέπει ιδανικά να γίνεται από τις αρχές Νοεμβρίου, με έμφαση στις ευπαθείς ομάδες, αλλά και στα παιδιά σύμφωνα με τις οδηγίες της Επιτροπής Εμβολιασμών. «Είναι ένα παλιό και δοκιμασμένο εμβόλιο και δεν πρέπει να το φοβόμαστε», ανέφερε, σημειώνοντας ότι φέτος τα ποσοστά εμβολιασμού είναι χαμηλότερα από τα αναμενόμενα.