
Σε σοβαρή προειδοποίηση για τη λειτουργία των δημοτικών υπηρεσιών στη Λέσβο προχώρησε ο Σύλλογος Εργαζομένων ΟΤΑ, με αφορμή την παρατεταμένη υποστελέχωση στους Δήμους Μυτιλήνης και Δυτικής Λέσβου αλλά και στα Νομικά Πρόσωπα.
Όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωση, το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό ούτε τυχαίο. Αντίθετα, αποτελεί αποτέλεσμα συνειδητών πολιτικών επιλογών που, σύμφωνα με τον Σύλλογο, οδηγούν στην απαξίωση του δημόσιου χαρακτήρα των Δήμων, στην εξάντληση των εργαζομένων και στην υποβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες.
Τα επίσημα στοιχεία που παραθέτει ο Σύλλογος αποτυπώνουν με σαφήνεια το μέγεθος της κατάστασης. Στον Δήμο Μυτιλήνης, από τις 462 οργανικές θέσεις, καλυμμένες είναι μόλις 270, ενώ 111 παραμένουν κενές. Παράλληλα, 65 θέσεις είναι δεσμευμένες για πρόσληψη και 15 χαρακτηρίζονται ως λοιπές δεσμευμένες.
Στον Δήμο Δυτικής Λέσβου, από τις 276 προβλεπόμενες θέσεις, καλυμμένες είναι 159, δεσμευμένες 53 και κενές 67, γεγονός που δημιουργεί σημαντικά προβλήματα στην καθημερινή λειτουργία των υπηρεσιών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον Σύνδεσμο Κοινωνικής Προστασίας και Αλληλεγγύης. Εκεί υπηρετούν μόλις 49 μόνιμοι και ΙΔΑΧ εργαζόμενοι, ενώ απασχολούνται 76 ΙΔΟΧ για τη στήριξη κρίσιμων δομών, όπως Παιδικοί Σταθμοί, ΚΑΠΗ, Κοινωνικό Παντοπωλείο, Κοινωνικό Φαρμακείο, Κοινωνική Ιματιοθήκη, Κέντρο Κοινότητας και Κινητή Μονάδα. Την ίδια στιγμή, τα κενά ανέρχονται σε 78 θέσεις.
Σύμφωνα με τον Σύλλογο, τα στοιχεία αυτά καταρρίπτουν κάθε προσπάθεια ωραιοποίησης της πραγματικότητας. Δήμοι και Νομικά Πρόσωπα λειτουργούν με σοβαρές ελλείψεις προσωπικού, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες με συμβάσεις ορισμένου χρόνου και με συνεχή ανακύκλωση εργαζομένων.
Στην ανακοίνωση γίνεται επίσης αναφορά στην πρόσφατη δημόσια συζήτηση περί «ορκωμοσίας υπαλλήλων», την οποία ο Σύλλογος χαρακτηρίζει ατυχή διατύπωση, καθώς δημιούργησε λανθασμένες εντυπώσεις. Όπως διευκρινίζεται, επρόκειτο στην πραγματικότητα για υπογραφή συμβάσεων ορισμένου χρόνου, γεγονός που επιβεβαιώνει, όπως τονίζεται, ότι πάγιες ανάγκες αντιμετωπίζονται με προσωρινές λύσεις.
Ο Σύλλογος υπογραμμίζει ότι οι Δήμοι δεν είναι επιχειρήσεις και ότι οι κοινωνικές υπηρεσίες δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως κόστος. Αντίθετα, αποτελούν κοινωνικό δικαίωμα και βασικό θεσμό στήριξης των πολιτών, ιδιαίτερα σε μια περίοδο έντονης κοινωνικής και οικονομικής πίεσης.
Στο πλαίσιο αυτό, οι εργαζόμενοι ΟΤΑ Λέσβου θέτουν συγκεκριμένα αιτήματα προς την Πολιτεία και τη διοίκηση. Ζητούν άμεσες μόνιμες προσλήψεις για την κάλυψη όλων των πάγιων και διαρκών αναγκών, ουσιαστικό και ρεαλιστικό προγραμματισμό προσλήψεων και τερματισμό της κατάχρησης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου.
Όπως τονίζεται χαρακτηριστικά, η εργασιακή σταθερότητα δεν αποτελεί προνόμιο αλλά βασική προϋπόθεση για ασφαλείς, ποιοτικές και αξιοπρεπείς δημόσιες υπηρεσίες προς όφελος της κοινωνίας.
Ο Σύλλογος Εργαζομένων ΟΤΑ Λέσβου δηλώνει ότι θα συνεχίσει να διεκδικεί μόνιμες λύσεις και ουσιαστική ενίσχυση των υπηρεσιών, προκειμένου να διασφαλιστεί τόσο η αξιοπρέπεια των εργαζομένων όσο και η ποιότητα ζωής των πολιτών στο νησί.
Επιλογή της κυβέρνησης η υποστελέχωση των Δήμων
Η εικόνα υποστελέχωσης στους Δήμους της Λέσβου δεν είναι ούτε τυχαία ούτε αποτέλεσμα κακής διαχείρισης σε τοπικό επίπεδο. Είναι το άμεσο αποτέλεσμα μιας διαχρονικής κυβερνητικής πολιτικής που αντιμετωπίζει την Τοπική Αυτοδιοίκηση ως «παράρτημα» του κράτους και όχι ως βασικό πυλώνα δημόσιας διοίκησης και κοινωνικής συνοχής.
Παρά τις συνεχείς εξαγγελίες για ενίσχυση των Δήμων και «αποκέντρωση αρμοδιοτήτων», η πραγματικότητα αποδεικνύεται εντελώς διαφορετική. Οι κυβερνήσεις μεταφέρουν όλο και περισσότερες ευθύνες στους Δήμους χωρίς να τους παρέχουν το απαραίτητο προσωπικό και τους αναγκαίους πόρους για να τις υλοποιήσουν. Το αποτέλεσμα είναι υπηρεσίες που λειτουργούν στα όρια της κατάρρευσης και εργαζόμενοι που καλούνται να καλύψουν πολλαπλά αντικείμενα με εξαντλητικούς ρυθμούς.
Η επιλογή της περιορισμένης στελέχωσης δεν είναι τεχνικό πρόβλημα. Είναι πολιτική απόφαση. Η εμμονή σε δημοσιονομικούς περιορισμούς και η άρνηση ουσιαστικών μόνιμων προσλήψεων οδηγούν σε ένα μοντέλο «φθηνού κράτους», όπου οι δημόσιες υπηρεσίες υποβαθμίζονται συστηματικά. Αντί για σταθερές εργασιακές σχέσεις, προωθείται η ανακύκλωση συμβασιούχων, η επισφάλεια και η προσωρινότητα.
Ιδιαίτερα στον τομέα των κοινωνικών δομών, η κυβερνητική αδιαφορία αποκτά ανησυχητικές διαστάσεις. Παιδικοί σταθμοί, ΚΑΠΗ, κοινωνικά παντοπωλεία και κέντρα κοινότητας στηρίζονται σε προσωπικό με ημερομηνία λήξης, την ώρα που εξυπηρετούν χιλιάδες πολίτες που βρίσκονται σε ανάγκη. Έτσι, η κοινωνική πολιτική μετατρέπεται σε διαχείριση κρίσης αντί σε οργανωμένη και σταθερή παρέμβαση.
Παράλληλα, δημοτικές αρχές προκειμένου να ξεπλύνουν την κυβερνητική πολιτική επιχειρούν να παρουσιάσουν μεμονωμένες προσλήψεις ορισμένου χρόνου ως «ενίσχυση των υπηρεσιών», καλλιεργώντας μια εικόνα που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πρόκειται για επικοινωνιακές κινήσεις που δεν λύνουν το πρόβλημα, αλλά απλώς το μεταθέτουν χρονικά.
Η υποστελέχωση, όμως, δεν πλήττει μόνο τους εργαζόμενους. Πλήττει πρωτίστως τους πολίτες. Καθυστερήσεις, ταλαιπωρία, μειωμένη ποιότητα εξυπηρέτησης και περιορισμένες παροχές γίνονται καθημερινότητα. Όταν ένας Δήμος δεν έχει μηχανικούς, κοινωνικούς λειτουργούς, διοικητικούς υπαλλήλους και τεχνικό προσωπικό σε επαρκή αριθμό, δεν μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά, όσο καλή πρόθεση και αν υπάρχει.
Μέσα από αυτή την πολιτική απαξίωσης, διαμορφώνεται σταδιακά το έδαφος για μεγαλύτερη ιδιωτικοποίηση υπηρεσιών και για μεταφορά αρμοδιοτήτων σε τρίτους. Όταν ο δημόσιος τομέας αποδυναμώνεται, παρουσιάζεται στη συνέχεια ως «αναποτελεσματικός» και δικαιολογείται η αντικατάστασή του από ιδιωτικά σχήματα.
Η κυβέρνηση οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες της. Η στελέχωση των Δήμων δεν είναι πολυτέλεια ούτε παροχή. Είναι προϋπόθεση για τη λειτουργία της δημοκρατίας σε τοπικό επίπεδο, για την κοινωνική συνοχή και για την αξιοπρεπή εξυπηρέτηση των πολιτών.
Χωρίς γενναίο πρόγραμμα μόνιμων προσλήψεων, χωρίς σοβαρό σχεδιασμό ανθρώπινου δυναμικού και χωρίς πραγματική στήριξη της Αυτοδιοίκησης, η κατάσταση θα συνεχίσει να επιδεινώνεται. Και τότε, το κόστος δεν θα το πληρώνουν μόνο οι εργαζόμενοι, αλλά ολόκληρη η τοπική κοινωνία.