
Με χιλιάδες ακάλυπτες θέσεις πανελλαδικά, πατέντες ωρολογίων προγραμμάτων και στη Λέσβο, υπερωρίες που «μπαλώνουν ολόκληρα κενά και ένα κλίμα απογοήτευσης μέσα στα σχολεία, ο πρόεδρος της ΕΛΜΕ Λέσβου περιγράφει στο ρ/σ «Ν» 99 fm μια εικόνα που, όπως λέει, δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά κανόνα. Στο επίκεντρο της συζήτησης μπαίνουν η υποχρηματοδότηση, η κατηγοριοποίηση σχολείων και μαθητών, η αξιολόγηση και η κατάργηση των σχολικών επιτροπών, με τον ίδιο να υποστηρίζει ότι η «ιδιωτικοποίηση» δεν έρχεται μόνο με ιδιωτικά σχολεία, αλλά και με τη σταδιακή υποβάθμιση του δημόσιου.
«Η ίδια η ερώτηση δείχνει ποιο είναι το πρόβλημα»
Η κουβέντα άνοιξε με μια φράση που συμπύκνωσε το κεντρικό μήνυμα της συνέντευξης. «Είναι Γενάρης και με ρωτάτε αν έχουμε κενά;» απάντησε ο πρόεδρος της ΕΛΜΕ Λέσβου, Κώστας Ντουράκης, όταν τέθηκε το ερώτημα για τις ελλείψεις στα σχολεία. Όπως είπε, «ναι, έχουμε κενά. Έχουμε πολλά κενά ακόμα», παραπέμποντας μάλιστα σε «δέκα χιλιάδες κενά πανελλαδικά».
Ο ίδιος συνέδεσε το μέγεθος του προβλήματος με την καθυστέρηση και την αναποτελεσματικότητα των προσλήψεων αναπληρωτριών/ών: μια φάση που «την περιμέναμε τον Οκτώβρη και έφτασε τέλος Νοέμβρη, αρχές Δεκέμβρη» δεν κατάφερε, όπως είπε, να καλύψει τις ανάγκες. Και όσο περνά ο χρόνος, πρόσθεσε, τόσο μειώνεται η πιθανότητα να καλυφθούν κενά, καθώς «για τρεις, τέσσερις μήνες δουλειάς δεν θα παρατήσει ο άλλος τη ζωή του εύκολα», ειδικά σε περιοχές όπου η στέγαση είναι δύσκολη και ακριβή.
Πατέντες, υπερωρίες και «κινήσεις στα όρια της νομιμότητας»
Στη Λέσβο –και συνολικά στην περιφέρεια, όπως τόνισε– τα κενά αποτυπώνονται καθημερινά μέσα από λύσεις που, κατά την ΕΛΜΕ, αλλοιώνουν το παιδαγωγικό αποτέλεσμα και συχνά αμφισβητούνται ως πρακτική. Ο κ. Ντουράκης μίλησε για «κόλπα» και «πατέντες» ώστε να «φαίνεται ότι κάπως δουλεύει το αναλυτικό πρόγραμμα», δίνοντας ως παράδειγμα το σπάσιμο ενός δίωρου μαθήματος σε δύο τμήματα από μία ώρα στο καθένα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις «μικρές ειδικότητες», που –όπως είπε– είναι «πραγματικά άδειες» σε πολλές σχολικές μονάδες. Έφερε ενδεικτικά παραδείγματα από την επαρχία, όπου σχολεία «δουλεύουν με πεντάωρα, με τετράωρα», ενώ ειδικότητες όπως «γυμναστική, πληροφορική, θρησκευτικά» εμφανίζουν σοβαρά κενά.
Στα ΕΠΑΛ, σύμφωνα με όσα μετέφερε, η κατάσταση «καλύπτεται με υπερωρίες των συναδέλφων», ακόμη και σε βαθμό που «ολόκληρα κενά καλύπτονται με υπερωρίες». Ο ίδιος έθεσε ευθέως το ζήτημα της ποιότητας: «Τώρα για την ποιότητα του μαθήματος καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό», σχολίασε, περιγράφοντας μια εκπαίδευση που “κρατιέται” σε μεγάλο βαθμό από το «φιλότιμο» και «την αγάπη για τα παιδιά», με τον φόβο ότι «το προσωρινό τελικά είναι μόνιμο».
Υποχρηματοδότηση και «ιδιωτικοποίηση» μέσω υποβάθμισης
Ένα από τα βασικά νήματα της συνέντευξης ήταν ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στη δευτεροβάθμια: «Το ίδιο είναι και στην πρωτοβάθμια και… και στην τριτοβάθμια», ανέφερε. Ειδικό βάρος έδωσε στη χρηματοδότηση, υποστηρίζοντας ότι «οι δαπάνες της κυβέρνησης για την εκπαίδευση… μειώνονται χρόνο το χρόνο», και ότι αυτή η πορεία συνδέεται με τις αλλαγές που συζητούνται παράλληλα στον δημόσιο διάλογο.
Για τον ίδιο, όταν γίνεται λόγος για «ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης», δεν εννοείται ότι «θα κλείσουν τα δημόσια σχολεία»· εννοείται, όπως είπε, ένα δημόσιο σχολείο που θα λειτουργεί «ελλιπώς» και «όχι σε καλό βαθμό», δημιουργώντας έδαφος ώστε ο ιδιωτικός τομέας να κερδίζει «μερίδιο της αγοράς». Το επιχείρημα “πατά” και στη σημερινή πραγματικότητα της παραπαιδείας, η οποία –όπως τόνισε– έχει επεκταθεί: από τις πανελλαδικές, «σιγά σιγά… κατεβαίνει προς τα κάτω», με αποτέλεσμα να φτάνουμε «σε ένα σημείο να μην καλύπτει το σχολείο ούτε τα βασικά», άρα «η κάθε οικογένεια αναγκάζεται να στραφεί» σε εξωσχολικές λύσεις.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και την ενισχυτική διδασκαλία: ένα πρόγραμμα που, κατά την περιγραφή του, θα μπορούσε να είναι ουσιαστικό αν ξεκινούσε στην αρχή του έτους, αν υπήρχαν σταθερές προσλήψεις και πρόβλεψη αναπληρώσεων, και αν δεν στηριζόταν αποκλειστικά σε ωρομίσθιες/ους. Αντί γι’ αυτό, όπως είπε, «δεν συμβαίνει… και διαρκώς πηγαίνει χειρότερα», με λίγες δομές στο νησί και απαιτήσεις μετακίνησης μαθητών από χωριό σε χωριό, μάλιστα σε απογευματινές ώρες, κάτι που χαρακτήρισε πρακτικά δυσχερές.
Ωνάσεια, πρότυπα και το “όχι” στην κατηγοριοποίηση
Σημαντικό μέρος της συνέντευξης αφιερώθηκε στη συζήτηση για τα σχολεία «άλλου τύπου», με αφορμή τα πρότυπα και τα «Ωνάσεια». Ο κ. Ντουράκης υποστήριξε ότι οι αντιδράσεις που εμφανίζονται σε διάφορες περιοχές, όπως ανέφερε ενδεικτικά, δεν είναι τυχαίες: όταν ο κόσμος καταλαβαίνει ότι «σταματάμε να μιλάμε για σχολεία γειτονιάς» και μπαίνουν «άλλα κριτήρια», αντιλαμβάνεται πως μπαίνουμε σε λογική ιδιωτικοποίησης και διαχωρισμών.
Στο επιχείρημα ενός γονιού που ζητά «το καλύτερο για το παιδί του», η απάντησή του ήταν σαφής: «εμείς θέλουμε όλα τα παιδιά να έχουν αυτή την εκπαίδευση». Αν ένα σχολείο διαθέτει πλεονεκτήματα, αυτά –κατά την ΕΛΜΕ– πρέπει να είναι καθολικά. Γι’ αυτό και δήλωσε «κάθετος» απέναντι στην κατηγοριοποίηση, λέγοντας ότι δεν βλέπουν τα παιδιά «σαν παιδιά πρώτου θεού και δεύτερου» και ότι ο στόχος παραμένει «δημόσιο, δωρεάν σχολείο για όλα τα παιδιά».
Αξιολόγηση: «Πίεση αφόρητη» και πειθάρχηση
Η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και των σχολικών μονάδων παρουσιάστηκε από τον πρόεδρο της ΕΛΜΕ ως κομμάτι της ίδιας «αναδιάρθρωσης» που οδηγεί σε σχολείο «που δεν θα αφορά τους πάντες… θα αφορά όσους μπορούν». Επέμεινε ότι, αν αναζητούμε το πρόβλημα, «μήπως είναι το τελευταίο που πρέπει να κοιτάξουμε ο ίδιος ο εκπαιδευτικός», μιλώντας για αναζήτηση «εξιλαστήριου θύματος».
Στο επίπεδο της καθημερινότητας, περιέγραψε μια εντατικοποίηση «διαρκή, αλλά μάταιη»: «χαρτούρα πάνω στη χαρτούρα» για την αξιολόγηση σχολικών μονάδων και «άπειρα διαγωνίσματα» που –κατά την άποψή του– λειτουργούν «κόντρα στη μαθησιακή διαδικασία», επειδή καταλήγουν σε βαθμολόγηση και ταξινόμηση χωρίς παιδαγωγική επιστροφή στον/στη μαθητή/τρια.
Παράλληλα, ανέφερε ότι η πίεση προς τους/τις εκπαιδευτικούς είναι «αφόρητη», από έμμεσες πρακτικές έως πειθαρχικές διαδικασίες, ενώ έκανε ειδική μνεία στις πρώτες εκδικάσεις εκπαιδευτικών που διώκονται επειδή «απεργούσαν και απείχαν από την αξιολόγηση», υποστηρίζοντας ότι ο βασικός σκοπός είναι «η πειθάρχηση, η υποταγή και η χειραγώγηση».
Σχολικές επιτροπές: «Για ένα κονδύλι μικρό… τεράστια γραφειοκρατία»
Η κατάργηση των σχολικών επιτροπών, που έχει ήδη προκαλέσει συζητήσεις σε τοπικό επίπεδο, μπήκε στη συνέντευξη ως κομβικό ζήτημα λειτουργίας των σχολείων. Ο κ. Ντουράκης τη συνέδεσε με μια ευρύτερη λογική κατάργησης φορέων και μεταφοράς αρμοδιοτήτων, «έτσι ώστε να μην υπάρχει κεντρική ευθύνη».
Ξεχώρισε τη διαφορά που βιώνεται στους δύο δήμους του νησιού, σημειώνοντας ότι η εξαίρεση που υπήρχε αφορούσε δήμους με πάνω από 100 σχολεία – όπως ο Δήμος Μυτιλήνης – ενώ στη Δυτική Λέσβο, όπως είπε, η εμπειρία των σχολείων είναι ιδιαίτερα επιβαρυμένη. Περιέγραψε πρακτικά προβλήματα ακόμη και για μικροδαπάνες: «για να πάρεις ένα κονδύλι μικρό… είναι πάρα πολύ δύσκολο γιατί είναι τεράστια η γραφειοκρατία», ενώ ανέφερε ότι προβλεπόμενα ποσά (όπως «500 ευρώ… στην αρχή») δεν έχουν πιστωθεί, και ότι τα σχολεία υποχρεώνονται να προμηθεύονται από συγκεκριμένα συμβεβλημένα καταστήματα, τα οποία δεν καλύπτουν πάντα τις ανάγκες.
«Το κλίμα στα σχολεία δεν είναι καλό»: τάξεις 27, ανάγκες υποστήριξης και μαθητές/τριες χωρίς ορίζοντα
Σε ένα από τα πιο ανθρώπινα σημεία της συζήτησης, ο πρόεδρος της ΕΛΜΕ μίλησε για το κλίμα μέσα στις σχολικές αίθουσες: «το κλίμα δεν είναι καλό», είπε, συνδέοντάς το με τα κενά, τον μεγάλο αριθμό μαθητών ανά τμήμα και την αίσθηση αβεβαιότητας. Ανέφερε τάξεις με 27 μαθητές/τριες και κατεύθυνση με 25, θέτοντας το ερώτημα «πότε θα μιλήσει ο μαθητής;». Έδωσε παράδειγμα από την Άντισσα, όπου για να «σπάσει» μεγάλο τμήμα με αυξημένες εκπαιδευτικές ανάγκες χρειάστηκε να περάσει χρόνος, με συνέπειες σε προγράμματα, μετακινήσεις εκπαιδευτικών και συνολική λειτουργία.
Παράλληλα, έθεσε τον παράγοντα της κοινωνίας: μαθητές και μαθήτριες «έρχονται από σπίτια με προβλήματα», «δεν βλέπουν μέλλον», και αυτό αντανακλάται στο σχολείο, ειδικά όταν η εκπαιδευτική διαδικασία μοιάζει να λειτουργεί διαρκώς στο όριο.
«Η λύση είναι τα σωματεία»: συλλογική απάντηση σε μια κοινωνία μουδιασμένη
Στο τελευταίο μέρος, η συζήτηση άνοιξε προς τη γενικότερη κοινωνική απογοήτευση και την αίσθηση ότι η εκπαίδευση –όπως και άλλα κοινωνικά πεδία– δεν βρίσκεται στο επίκεντρο πολιτικών προτεραιοτήτων. Ο κ. Ντουράκης μίλησε για «μούδιασμα του κόσμου», για δυσκολία να βρεθεί «συλλογική διέξοδος», και για μια μετατόπιση προσδοκιών προς κοινοβουλευτικές λύσεις, τις οποίες ο ίδιος δήλωσε ότι δεν συμμερίζεται ως βασικό δρόμο.
Τόνισε, αντίθετα, τον ρόλο των πρωτοβάθμιων σωματείων: «εμείς πιστεύουμε στα πρωτοβάθμια σωματεία», είπε, θεωρώντας τον χώρο δουλειάς ως πυρήνα κοινωνικής υπόστασης και πεδίο όπου μπορεί να οργανωθεί αλλαγή. Στο ίδιο πνεύμα, έθεσε το ζήτημα των προτεραιοτήτων στη δημόσια δαπάνη, αντιπαραβάλλοντας τις ανάγκες της παιδείας με άλλες κρατικές επιλογές, και επιμένοντας ότι δεν είναι μόνο το μέγεθος των πόρων, αλλά «το πώς μοιράζεται η πίτα».
Η συνέντευξη έκλεισε με ένα κάλεσμα υπέρβασης του ατομικού πλαισίου: «να βγούμε από το εγώ μας… να προχωρήσουμε ένα βήμα παρακάτω», όπως είπε, υποστηρίζοντας ότι «εκεί που μεγαλουργεί ο άνθρωπος είναι με τις κοινωνίες του»—σε μια στιγμή που, κατά την εικόνα που περιέγραψε, το δημόσιο σχολείο δοκιμάζεται ταυτόχρονα σε στελέχωση, δομές, καθημερινή λειτουργία και προοπτική.