
Το ζήτημα των αλυκών Καλλονής και Πολιχνίτου, που ανέδειξε το «Ν» με ρεπορτάζ στις 21 Δεκεμβρίου και η σχεδιαζόμενη αποκρατικοποίηση της εταιρείας Ελληνικές Αλυκές ΑΕ, η οποία έχει ενταχθεί εκ νέου στο πρόγραμμα αξιοποίησης περιουσιακών στοιχείων του Υπερταμείου με διαγωνιστική διαδικασία εντός του 2026, έγινε αντικείμενο κοινοβουλευτικούς ελέγχου από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Η Πόπη Τσαπανίδου και άλλοι βουλευτές που υπογράφουν την ερώτηση επισημαίνουν ότι η εταιρεία διαχειρίζεται επτά αλυκές σε όλη τη χώρα, συνολικής έκτασης άνω των 24.000 στρεμμάτων, οι οποίες συνδέονται άμεσα με την τοπική απασχόληση, την πρωτογενή παραγωγή και την περιφερειακή ανάπτυξη, με ιδιαίτερη βαρύτητα στις νησιωτικές περιοχές όπως η Λέσβος.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον χαρακτήρα των αλυκών ως ανθρωπογενών οικοσυστημάτων, που σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες συμβάλλουν καθοριστικά στη διατήρηση της βιοποικιλότητας και της ορνιθοπανίδας. Πολλές από αυτές εντάσσονται σε περιοχές Natura 2000 και σε υγροτόπους διεθνούς προστασίας, γεγονός που, όπως υπογραμμίζεται, επιβάλλει αυξημένο επίπεδο δημόσιου ελέγχου και τεκμηριωμένης διαχείρισης.
Παράλληλα, στο κείμενο της ερώτησης καταγράφεται η θετική οικονομική πορεία της Ελληνικές Αλυκές ΑΕ τα τελευταία χρόνια, με κερδοφόρα αποτελέσματα και αυξημένη παραγωγή, σε αντίθεση με παλαιότερες περιόδους ζημιών. Το στοιχείο αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο τεκμηριώνεται η ανάγκη εκποίησης μιας δημόσιας επιχείρησης που εμφανίζει θετική δυναμική.
Οι βουλευτές ζητούν από τα αρμόδια υπουργεία να αποσαφηνίσουν τα κριτήρια ένταξης της εταιρείας στο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων, να γνωστοποιήσουν αν έχουν εκπονηθεί μελέτες οικονομικού, κοινωνικού και περιβαλλοντικού αντικτύπου και να εξηγήσουν πώς θα διασφαλιστεί η προστασία των αλυκών σε περίπτωση αλλαγής του ιδιοκτησιακού καθεστώτος. Παράλληλα, θέτουν το ζήτημα της συμμετοχής της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, των επιστημονικών φορέων και των τοπικών κοινωνιών σε έναν ουσιαστικό δημόσιο διάλογο πριν από οποιαδήποτε οριστική απόφαση.
Το θέμα των αλυκών Καλλονής και Πολιχνίτου αναμένεται να παραμείνει στο επίκεντρο της πολιτικής και κοινωνικής συζήτησης στη Λέσβο, καθώς οι εξελίξεις αγγίζουν άμεσα το περιβάλλον, την τοπική οικονομία και τον δημόσιο χαρακτήρα μιας δραστηριότητας με μακρά ιστορία στο νησί.