
Το ιστορικό καφενείο «Κρυστάλ» στην Μυτιλήνη, ένας χώρος που για χρόνια παρέμενε κλειστός στην Ερμού, δείχνει να επιστρέφει στη ζωή. Τις τελευταίες ημέρες βρίσκονται σε εξέλιξη εργασίες στο κτίριο από την ιδιοκτησία που ανήκει στην Τράπεζα Πειραιώς, γεγονός που αναζωπυρώνει τις προσδοκίες για την αξιοποίηση ενός από τα πιο φορτισμένα ιστορικά σημεία του κέντρου. Παράλληλα, η Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου βρίσκεται σε προχωρημένες συζητήσεις με την τράπεζα, με στόχο ο χώρος να λειτουργήσει ως εκθετήριο τοπικών προϊόντων και όχι ως πωλητήριο, αναδεικνύοντας την παραγωγή και την ταυτότητα του νησιού.
Το πλαίσιο είναι σαφές και δεσμευτικό. Η ισχύουσα απαγόρευση αλλαγής χρήσης επιβάλλει να διατηρηθεί και κάποια μορφή καφενείου, στοιχείο που μπορεί να λειτουργήσει δημιουργικά, συνδυάζοντας την καθημερινή κοινωνική λειτουργία με τον εκθεσιακό χαρακτήρα. Έτσι, το Κρυστάλ θα μπορούσε να αποτελέσει έναν ζωντανό κόμβο συνάντησης, μνήμης και προβολής, χωρίς να αλλοιωθεί η ιστορική του φυσιογνωμία.
Για να γίνει κατανοητό το βάρος του χώρου, αρκεί μια σύντομη αναδρομή. Το «Πανελλήνιον», ένα από τα εμβληματικά καφενεία της πόλης, μαζί με το διπλανό του «Κρυστάλ», άνοιξε στις αρχές του περασμένου αιώνα, όταν η ζωή της Μυτιλήνης μετακινήθηκε στο νέο τότε κέντρο γύρω από τον επιβλητικό Άγιος Θεράποντας και το σχολικό συγκρότημα. Τα δύο καφενεία σημάδεψαν την ανάπτυξη της αστικής τάξης, το πέρασμα της εξουσίας από την καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία στους Έλληνες και έγιναν μάρτυρες πολιτικών και παραπολιτικών συναντήσεων, αλλά και των μαζώξεων των διανοουμένων της πόλης, των ιερών τεράτων της γενιάς του ’30 και της Λεσβιακής Άνοιξης.
Για δεκαετίες αποτέλεσαν το κέντρο της κοινωνικής ζωής. Το «Κρυστάλ» θεωρήθηκε κάποτε το ακριβότερο μαγαζί του Αιγαίου, έχοντας για μεγάλο διάστημα τη μορφή καζίνο. Στα τραπέζια του λέγεται πως χάθηκαν περιουσίες, ενώ ο χώρος φιλοξένησε από θεατρικές παραστάσεις έως και συναυλίες, λειτουργώντας ως πολυδύναμο πολιτιστικό σημείο αναφοράς.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος παρακολουθούσε αγώνα μπιλιάρδου στο καφενείο, το οποίο σε κάποια φάση λειτούργησε και ως λέσχη του κόμματος των Φιλελευθέρων.
Στη δεκαετία του ’80, η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας αγόρασε τα κτίρια όπου στεγάζονταν το «Πανελλήνιον» και το «Κρυστάλ», καθώς και το κτίριο του τρίτου καφενείου, του Δάλλα, με σκοπό τη στέγαση καταστήματος. Το 1986, όμως, το ΥΠΕΧΩΔΕ, έπειτα από πρόταση του τότε Νομάρχη Νίκος Σηφουνάκης, δεν ενέκρινε τη μετατροπή τους σε τράπεζα, αναγνωρίζοντας τη σημασία τους για την πρόσφατη κοινωνική ιστορία της πόλης και τον ρόλο τους στην καθημερινή ζωή του ιστορικού κέντρου και της παραλιακής ζώνης.
Το 1990, με νέα εισήγηση του Νίκου Σηφουνάκη, αυτή τη φορά ως βουλευτή, το Υπουργείο Αιγαίου χαρακτήρισε και πάλι τα δύο καφενεία διατηρητέα, τόσο ως προς την όψη όσο και ως προς τη χρήση, συμπεριλαμβάνοντας και τον εσωτερικό τους χώρο, την επίπλωση και τον διάκοσμο. Ακολούθησε και απόφαση του Συμβούλιο της Επικρατείας στα μέσα της δεκαετίας του ’90, που απέρριψε αίτημα αποχαρακτηρισμού.
Παρά τις θεσμικές αυτές ασπίδες, μέσα στη δεκαετία του ’90 τα καφενεία έκλεισαν. Πρώτα το «Κρυστάλ» το 1998, αφού είχε μετατραπεί σε μπαρ και χάσει τον παραδοσιακό του χαρακτήρα, και λίγο αργότερα το «Πανελλήνιον». Η διάδοχη κατάσταση της Αγροτικής Τράπεζας, με την Τράπεζα Πειραιώς, και τα υπέρογκα ενοίκια οδήγησαν στο οριστικό κλείσιμο, με το «Κρυστάλ» να καθαρίζεται μάταια κατά διαστήματα και το «Πανελλήνιον» να παραμένει κλειστό έως σήμερα.
Η πιθανή επαναλειτουργία του «Κρυστάλ» με σεβασμό στη μνήμη και έναν σύγχρονο ρόλο εκθετηρίου και καφενείου δεν αφορά μόνο ένα κτίριο. Αφορά την επανασύνδεση της πόλης με ένα κομμάτι της ταυτότητάς της, την αναζωογόνηση της Ερμού και τη δυνατότητα το παρελθόν να συνομιλήσει δημιουργικά με το παρόν.